10 «Λυπάμαι» είπε ο Μόρτιμερ. «Προχωρήστε, παρακαλώ. Λυπάμαι βαθύτατα!» «Οι γάτες δε λυπούνται ποτέ» είπε το ποντίκι προτού χαθεί μέσα στη νύχτα. «Όλοι δα το ξέρουν πως οι γάτες δεν έχουν αισθήματα». Ο Μόρτιμερ δε μίλησε. Δεν είχε νόημα. Τα ποντίκια είχαν φύγει. Κόλλησε το μάτι του στο μικρό άνοιγμα για να βεβαιωθεί ότι είχαν περάσει τον δρόμο με ασφάλεια. «Αντίο» ψιθύρισε. «Αντίο και καλή τύχη». Η κυρία Σκόγκιν δεν άντεχε τα ποντίκια. Ο Μόρτιμερ ήξερε πια πως δεν μπορούσε να τα εμποδίσει να μπαίνουν από τις ποντικότρυπες (τις οποίες είχε αριθμήσει πολύ προσεκτικά από το ένα ως το πέντε). Όσα χρόνια ζούσε σε τούτο το σπίτι τα ποντίκια έρχονταν και ξανάρχονταν και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο γι’ αυτό πέρα από το να τα οδηγεί πολύ ευγενικά πάλι έξω. Είχε εκπαιδευτεί να ακούει τα γρατσουνίσματά τους και ήταν πάντα έτοιμος πίσω από μια τρύπα να τα υποδεχτεί και να τους δείξει τον δρόμο προς την πλησιέστερη έξοδο. Ο Μόρτιμερ δε θεωρούσε τον εαυτό του καλό στα λόγια, όμως η ακοή του ήταν το κάτι άλλο. Προσπάθησε να τακτοποιήσει το υπόγειο. Πάνω στην τρεχάλα τους, τα ποντίκια είχαν, ως συνήθως, σκοντάψει πάνω σε διάφορα. Απόψε τρία μήλα είχαν κατρακυλήσει από ένα ψηλό ετοιμόρροπο ράφι. Ο Μόρτιμερ, ωστόσο, δεν μπορούσε να πιάσει μήλα με τα πόδια του κι ας είχε είκοσι τέσσερα δάχτυλα. Μπορούσε όμως να τα τσουλήσει
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=