17 ΠΕΤΡΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ νεται να τους φοβάται. Ιδρώτας κυλάει στο μέτωπό του. Από τα βάθη της ταβέρνας ακούγονται βογκητά κι ένας ήχος σαν το τικ τακ του ρολογιού. Έξω αρχίζει πάλι το προσκύνημα, περιπλανιέται από μπαρ σε μπαρ σαν να ψάχνει κάτι, χωρίς να χάνει ποτέ απ’ τα μάτια του το νοσοκομείο, λες και τα μπαρ είναι απλώς σημεία στην περίμετρό του. Σ’ έναν δρόμο παράλληλο με την προκυμαία, όπου ακούγεται η κλαγγή μιας καμπάνας, σταματάει απότομα· μια τρομερή γριά, που το μαύρο της βέλο κρύβει μονάχα το μισό ρημαγμένο της πρόσωπο, προσπαθεί να ρίξει στο ταχυδρομικό κουτί ένα γράμμα, προσπαθεί ξανά και ξανά και δεν τα καταφέρνει, τελικά όμως το ταχυδρομεί με τρεμάμενα χέρια που δεν μοιάζουν καθόλου με χέρια. Μια παράξενη ιδέα τον κυριεύει: το γράμμα είναι για κείνον. Πίνει μια γουλιά από το μπουκάλι του. Στον εναέριο σιδηρόδρομο φυσάει ένας ουράνιος άνεμος κι ο ποταμός προβάλλει πανοραμικά, όμως εκείνος βαδίζει σαν να δρασκελίζει εμπόδια ή σαν τον Αχαάβ,4 που σκοντάφτει πότε δεξιά και πότε αριστερά στην κεκλιμένη γέφυρα, «νιώθοντας ότι αγκαλιάζει με το βλέμμα του ωκεανούς, μέσα από τους οποίους θα μπορούσε να αποκαλυφθεί εκείνος ο φασματικός καταστροφέας του εαυτού του». Κάτω στον δρόμο η ζέστη είναι τρομερή. Τίτλοι εφημερίδων: Χιλιάδες καταρρέουν από τον καύσωνα. Εκατοντάδες νε4 O πλοίαρχος του φαλαινοθηρικού Πίκουοντ στον Μόμπι Ντικ (1851) του Herman Melville.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=