Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ 13 ο θείος μου είχε πάντα να μας δείξει κάποιο καινούργιο παιχνίδι κάθε φορά που ερχόμασταν για καλοκαιρινές διακοπές. Θυμάμαι που πίστευα ότι η Αμερική ήταν μια υπέροχη χώρα για τα παιδιά. Εν ολίγοις, τη λάτρευα. Και, παρόλο που με τον καιρό κατάλαβα πως δεν ήταν τέλεια, ήξερα από τότε πως θα την αγαπάω όλη μου τη ζωή. Όταν ξυπνάω για δεύτερη φορά, είναι ακόμη σκοτάδι. Σηκώνομαι, καλώ τον ταξιτζή και του ζητάω να με συναντήσει στη λεωφόρο Νίκολετ, στη γωνία με τη Νότια 10η οδό. Βγαίνω έξω. Ο ουρανός έχει μόλις αρχίσει να γκριζάρει από τη μεριά της δίδυμης πόλης της Μινεάπολης, του Σεντ Πολ, στην απέναντι πλευρά του Μισισιπή. Στο πεζοδρόμιο προσπερνάω έναν άστεγο που κοιμάται χωμένος στην πρόσοψη ενός ουρανοξύστη που φέρει το λογότυπο μιας από τις μεγάλες αμερικανικές τράπεζες, ελπίζοντας πως έτσι θ’ απορροφήσει λίγη ζέστη. Ένα περιπολικό είναι παρκαρισμένο στη λεωφόρο Νίκολετ. Τα ελαφρώς φιμέ τζάμια του δεν μου επιτρέπουν να δω αν υπάρχει κανείς μέσα. Ύστερα από κάνα τέταρτο το ταξί στρίβει και σταματάει μπροστά μου. Μπαίνω στο πίσω κάθισμα. «Πρώτα πάμε στην Τζόρνταν». Ο οδηγός με κοιτάζει απ’ τον καθρέφτη. «Την πόλη;» «Όχι. Τη γειτονιά». Τον βλέπω να διστάζει. «Τρέχει κάτι;» «Όχι, κύριε. Αλλά, αν πηγαίνετε για ν’ αγοράσετε ναρκωτικά, καλύτερα να πάρετε κάποιο άλλο ταξί». «Δεν πάω γι’ αυτό. Θέλω να δω τα projects, τις εργατικές κατοικίες». «Στην Τζόρνταν; Δεν υπάρχουν πια, κύριε».
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=