Η ώρα του λύκου

Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ 11 Τώρα και το γήπεδο έχει καταντήσει όπως τα πάντα σ’ αυτή τη χώρα: σπορ για τους πλούσιους». Κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο. Όταν παλιά ερχόμασταν στις ΗΠΑ για να δούμε τον θείο και τη θεία, σπάνια κατεβαίναμε στο κέντρο. Κάναμε τα ψώνια μας στο μπακάλικο της γειτονιάς ή στο εμπορικό κέντρο Σαουθντέιλ. Τώρα με εντυπωσιάζει η ησυχία, το πόσο λίγοι άνθρωποι κυκλοφορούν στους δρόμους. Πριν από οκτώ χρόνια ο ξάδερφός μου με είχε πάει στην ταράτσα ενός εστιατορίου στη λεωφόρο Χένεπιν: Υπήρχε ζωή, φασαρία, κόσμος. Ιδίως στη λεωφόρο που διασχίζουμε τώρα, τη Νίκολετ Μολ. «Καλά, πού έχουν πάει όλοι;» ρωτάω. «Ο κόσμος, εννοείτε;» «Ναι». «Α, τα πράγματα άλλαξαν ύστερα απ’ αυτό που έγινε». Αυτό που έγινε. Για μένα, αυτό που έγινε είναι οι φόνοι πριν από έξι χρόνια. Για εκείνον και για την υπόλοιπη Μινεάπολη, η δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ πριν από δύο χρόνια. Στη διαδρομή απ’ το αεροδρόμιο ως την πόλη είδαμε τρία γκράφιτι σε τοίχους με τον δολοφονημένο από την Αστυνομία της Μινεάπολης μαύρο άντρα. «Μα έχουν περάσει χρόνια» λέω. «Άλλη αίσθηση έχουμε εμείς» λέει ο οδηγός. «Μερικοί νομίζαμε ότι όλο αυτό θα ένωνε τον κόσμο. Όλοι μαζί ενάντια στους ρατσιστές μπάτσους, ε; Όμως η όλη ιστορία τη διέλυσε αυτή την πόλη. Συνέπεσε και με την πανδημία κι έγινε αυτό που λέμε “η τέλεια καταιγίδα”…» Σταματάμε μπροστά στο Χίλτον. Πληρώνω με μετρητά και αφήνω ένα καλό φιλοδώρημα. Πριν φύγει, του λέω πως χρειάζομαι κάποιον να με πηγαινοφέρνει και τον ρωτάω αν ενδιαφέρεται. Διαπραγματευόμαστε μια ωριαία ταρίφα, συμ­

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=