18 CAMILLA LACKBERG Δεν μπορούσε να χωνέψει ότι η Μαρί είχε επιστρέψει. Έπειτα από τόσα χρόνια. Λες και δεν της έφτανε που συναντούσε τη Χέλεν στο χωριό και αναγκαζόταν να τη χαιρετάει. Είχε αποδεχτεί το γεγονός ότι η Χέλεν ζούσε εκεί κοντά, ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσε να πέσει πάνω της. Τότε ήταν που έβλεπε την ενοχή στο βλέμμα της Χέλεν, την ενοχή που την κατέτρωγε όλο και περισσότερο καθώς περνούσαν τα χρόνια. Αλλά η Μαρί δεν είχε δείξει ποτέ της μεταμέλεια, το χαμογελαστό πρόσωπό της πόζαρε σε όλα τα περιοδικά. Και τώρα είχε επιστρέψει. Η δόλια και πλανεύτρα, η όμορφη και γελαστή Μαρί. Ήταν συμμαθήτριες στο σχολείο και όταν η Σάνα κρυφοκοιτούσε, με ζήλια, τις μακριές βλεφαρίδες της Μαρί και τα μακριά ξανθά μαλλιά που έφταναν μέχρι τη μέση, είχε διακρίνει ταυτόχρονα και το σκοτάδι μέσα της. Ευτυχώς που οι γονείς της Σάνα δεν πρόλαβαν να δουν τη Μαρί χαμογελαστή στο χωριό. Η Σάνα ήταν δεκατριών χρόνων όταν η μητέρα της πέθανε από καρκίνο στο συκώτι και δεκαπέντε όταν πέθανε και ο πατέρας της. Οι γιατροί δεν μπόρεσαν ποτέ να συμφωνήσουν για την αιτία του θανάτου του. Αλλά η Σάνα ήξερε τι είχε συμβεί. Ο πατέρας είχε πεθάνει από την πολλή θλίψη. Κούνησε το κεφάλι και ένιωσε αμέσως τον πονοκέφαλο. Την είχαν αναγκάσει να μετακομίσει στη θεία της τη Λιν, όμως ποτέ της δεν ένιωσε σαν στο σπίτι της εκεί. Τα παιδιά της Λιν και του θείου Πολ ήταν πολύ μικρότερα από τη Σάνα, και δεν ήξεραν τι να κάνουν με μια ορφανή έφηβη. Ποτέ τους δεν της φέρθηκαν άσχημα ή ανόητα, έκαναν μάλιστα ό,τι καλύτερο μπορούσαν, ωστόσο παρέμειναν ξένοι για τη Σάνα. Είχε επιλέξει ένα Επαγγελματικό Λυκείο με κατεύθυνση τους Φυσικούς Πόρους αρκετά μακριά από εκεί και μετά την αποφοίτησή της έπιασε αμέσως δουλειά. Από τότε και μετά ζούσε μόνο για τη δουλειά της. Είχε εκείνο το μικρό φυτώριο λίγο έξω
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=