17 Η ΜΑΓΙΣΣΑ Αυτό η Ερίκα το ήξερε από προσωπική εμπειρία, από εκείνη τη μακρινή εποχή που ήταν μαζί με τον Νταν. «Εντάξει, δίκιο έχεις, είμαι τυχερή που έχω τέτοια πεθερά» έκανε η Άννα και μετά έβρισε μόλις της έπεσε ένα κομμάτι από το σάντουιτς με τις γαρίδες πάνω στην κοιλιά της. «Έλα, μη δίνεις σημασία, κανένας δεν κοιτάζει την κοιλιά σου μ’ αυτά τα τεράστια μπαζούκας» είπε η Ερίκα και έδειξε τα στήθη της Άννας. «Α, σκάσε πια!» Η Άννα καθάρισε όσο καλύτερα μπορούσε τη μαγιονέζα από το φόρεμα. Η Ερίκα έγειρε μπροστά, κράτησε το πρόσωπο της μικρής της αδελφής στις παλάμες της και τη φίλησε στο μάγουλο. «Τι ήταν αυτό τώρα;» έκανε έκπληκτη η Άννα. «Σε λατρεύω» είπε η Ερίκα απλώς και σήκωσε το ποτήρι της. «Στην υγειά μας, Άννα. Στη δική σου, στη δική μου και στης τρελής οικογένειάς μας. Για όλα όσα περάσαμε, για όσα ζήσαμε και επειδή δεν έχουμε πια μυστικά μεταξύ μας». Η Άννα ανοιγόκλεισε τα μάτια μερικές φορές και έπειτα σήκωσε το ποτήρι της με την κόκα κόλα και τσούγκρισε με την Ερίκα. «Σ’ εμάς». Για μια στιγμή η Ερίκα νόμισε πως είδε κάτι σκοτεινό στο βλέμμα της Άννας, αλλά έπειτα από ένα δευτερόλεπτο είχε χαθεί. Μάλλον είχε κάνει λάθος. Η Σάνα έσκυψε πάνω από την πασχαλιά και ρούφηξε το άρωμά της. Δεν την ηρέμησε όπως γινόταν συνήθως. Οι πελάτες κινούνταν γύρω της, σήκωναν γλάστρες και έβαζαν σακιά με χώμα σε καροτσάκια, αλλά εκείνη δεν τους πρόσεχε ιδιαίτερα. Το μόνο που έβλεπε μπροστά της ήταν το ψεύτικο χαμόγελο της Μαρί Βαλ.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=