Η ιστορία της Ο

Η Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Α Τ Η Σ Ο 39 πρέπον είναι να ξεπεράσει το σημείο της ηδονής, για να έχουμε δάκρυα». Τότε σήκωσαν την Ο, και ετοιμάζονταν να τη λύσουν, για να την ξαναδέσουν σίγουρα σε έναν στύλο ή στον τοίχο, όταν κάποιος διαμαρτυρήθηκε, επειδή ήθελε πρώτα να την πάρει, επιτόπου μάλιστα – έτσι την ξανάβαλαν γονατιστή, αλλά τούτη τη φορά ακούμπησαν το μπούστο της σε ένα πουφ, με τα χέρια πάντα δεμένα πισθάγκωνα και τους γλουτούς ψηλότερα απ’ το πανωκόρμι της, κι ένας από τους παρευρισκομένους, κρατώντας τη με τα δυο του χέρια απ’ τους γοφούς, καρφώθηκε στο αιδοίο της. Παραχώρησε τη θέση του σε έναν δεύτερο. Ο τρίτος θέλησε να διαπεράσει τη στενότερη δίοδο και η βιαιότητα της διείσδυσής του την έκανε να ουρλιάξει. Όταν τελείωσε μαζί της, εν μέσω βογκη- τών και δακρύων που κηλίδωναν την κορδέλα που κάλυπτε τα μάτια της, η Ο σωριάστηκε καταγής: δυο γόνατα ένιωσε να πλησιάζουν το πρόσωπό της, σημάδι ότι το στόμα της δεν θα γλίτωνε. Στο τέλος την άφησαν, με τα χέρια πάντα δε- μένα, πεσμένη ανάσκελα, μες στην κόκκινη τσαλακωμένη κάπα της, μπροστά στο τζάκι. Άκουγε ποτήρια να γεμίζουν, τσουγκρίσματα, πολυθρόνες να μετακινούνται, καυσόξυλα να ζωντανεύουν τις φλόγες. Ξάφνου, κάποιος της τράβηξε την κορδέλα. Το μεγάλο δωμάτιο με τα βιβλία στους τοίχους φωτιζόταν διακριτικά από μια λάμπα πάνω σε μια κονσόλα και από το φέγγος της φωτιάς, που είχε αρχίσει να φουντώ- νει. Δύο από τους άνδρες στέκονταν όρθιοι και κάπνιζαν. Ένας άλλος καθόταν, μ’ ένα καμτσίκι στα γόνατά του, κι αυ- τός που έσκυβε πάνω της χαϊδεύοντάς της τα στήθη ήταν ο εραστής της. Αλλά καθώς την είχαν πάρει και οι τέσσερις, δεν είχε μπορέσει να τον ξεχωρίσει απ’ τους άλλους. Της εξήγησαν ότι, όσο θα βρισκόταν στον πύργο, πάντα

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=