Η δεσποινίς Όστεν ερευνά

JESSICA BULL 28 της, αν και δεν ήταν της μόδας, ήταν κομψά και καθαρά. Φορούσε ένα χρωματιστό φόρεμα, και είχε μια χρυσή αλυσίδα με μαργαριταράκια χωμένη στο μπούστο της και ένα από τα δικά της δαντελένια σκουφιά στα σκούρα μαλλιά της. Η Τζέιν σκέφτηκε να αγοράσει ένα δώρο για την Κασσάνδρα. Κάποια από τα καπέλα ήταν τόσο ωραία που θα μπορούσαν να στολίσουν πολύ όμορφα το κεφάλι μιας νύφης. Αλλά, ως συνήθως, η ματαιοδοξία της Τζέιν υπερνίκησε τις καλές της προθέσεις. Αντ’ αυτού αγόρασε ένα ψάθινο καπέλο για τον εαυτό της. Το δοκίμασε για πλάκα, αλλά της πήγαινε τόσο ωραία. Η Τζέιν προσπάθησε να διαπραγματευτεί την τιμή λέγοντας ότι δεν είχε αρκετά χρήματα μαζί της και πως θα έπρεπε να επιστρέψει άλλη στιγμή για να το αγοράσει. Η μαντάμ Ρενό ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορα. Σε σπαστά αγγλικά, εξήγησε ότι περνούσε τον περισσότερο χρόνο της δουλεύοντας κατά παραγγελία και νοίκιαζε τον πάγκο μόνο όταν της περίσσευε απόθεμα. Δεν μπορούσε να εγγυηθεί πότε, ή ακόμα και αν, θα ξαναβρισκόταν στο Μπέισινγκστοκ. Ίσως θα μπορούσε να αναλάβει μια παραγγελία, αν είχε χρόνο. Η Αλέθια θεώρησε την καπελού αλαζονική, αλλά η Τζέιν εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από την αυτοπεποίθησή της που της πλήρωσε όλο το ποσό: δώδεκα σελίνια και έξι πένες. Προφανώς η μαντάμ Ρενό γνώριζε την αξία της τέχνης της και θεωρούσε ότι τα εργόχειρά της θα είχαν ζήτηση. Πόσο απελευθερωτικό ήταν να ανήκει κανείς σε μια τάξη γυναικών που μπορούσαν να υπερηφανεύονται ελεύθερα για τη δουλειά τους.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=