Η αναζήτηση

Η ΑΝΑΖΗ Τ ΗΣΗ 15 βασμένα, τα βρίσκαμε συχνά σημαδεμένα, πότε στη μια, πότε στην άλλη σελίδα, με φύλλα κομμένα από τη λεμο- νιά που ήταν ακριβώς κάτω από το παράθυρό του. Εντύ- πωση μου έκαναν δύο: «Ο Χριστόφορος ή το ναυάγιον και η διάσωσις» κάποιου Μελά, καθώς και η «Σύνοψις της ιεράς ιστορίας» του Κοραή, που πρέπει να ήταν το αγαπημένο του, γιατί συχνά το εμνημόνευε. Ποτέ δεν τον είχαμε δει να διαβάζει μπροστά μας. Είχε ένα δικό του τραπέζι μπροστά στο παράθυρο που δεν άγγιζε κανείς, εξόν από τη μητέρα για να το συγυρίσει όταν έφευγε για ταξίδι. Είχε φέρει ο ίδιος απ’ το Τριέστι ένα βαθύ κόκ- κινο βελούδο και το είχε στρώσει πάνω του και μια λάμπα πετρελαίου από πορσελάνη βαθυπράσινη, για την οποία η μητέρα τόλμησε μια δυο φορές να παρατηρήσει ότι αυτήν θα έπρεπε να την έχουμε στη σάλα. Εκεί πάνω ήταν ακουμπισμένα τα βιβλία του, ένα μεγάλο τεφτέρι της δουλειάς του, ένα μελανοδοχείο και μια πένα από τη Βιέννη, τα σπίρτα με ίσκα και καπνό και σ’ ένα μικρό κουτί γαρίφαλο, καλά κλεισμένο για να μην ξεθυμαίνει. Ακόμα, χαρτί γραψίματος, πόστας και τσιγαρόχαρτο κι ένα κομμάτι βουλοκέρι. Κάτω απ’ το τραπέζι στοίβαζε όσες εφημερίδες έκρινε σκόπιμο να φυλάει. Το τεφτέρι το κουβαλούσε μαζί του παντού, τα βιβλία ποτέ. Μια δυο φορές που ξύπνησα μέσα στη νύχτα αγριεμένος από εφι- άλτες και πλησίασα μισοκοιμισμένος στο δωμάτιο των γονιών μου, τον είδα σκυμμένο πάνω από κάποιο βιβλίο, σχεδόν μια ανάσα από πάνω του, να διαβάζει χαμηλό- φωνα με παύσεις ή και επαναλήψεις, να σηκώνει πότε

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=