Η αναζήτηση
Η ΑΝΑΖΗ Τ ΗΣΗ 17 μάζονταν να φτιάξουν. Κι άμα τον ρώταγα «μα πώς γίνεται να μην υπάρχουν σύνορα», μ’ αποκρινόταν «και όμως γίνεται, κάποτε θα καταλάβεις». Αυτό που γρήγορα κατάλαβα ήταν ότι όσο πετυχημέ- νο και αν ήταν το ταξίδι της επιστροφής, όσο καλά μα- ντάτα κι αν έφερνε ο συνεταίρος απ’ τη Σιάτιστα, μετά την πρώτη, δεύτερη μέρα, που οι φωνές και τα γέλια καταλάγιαζαν στο σπίτι και η μάνα μου ή η γιαγιά μου του αφηγιόταν ό,τι είχε συμβεί τον χρόνο που απουσίαζε, ο πατέρας γινόταν απόμακρος. Ρώταγε μόνο πώς πάω στο σχολείο, έδειχνε να ’ναι το μόνο που τον ενδιέφερε, πέρα από τις δουλειές του και τις υποχρεώσεις του. Έπαιρνε σιγά σιγά αποστάσεις από το χωριό, από τις συνήθειες της ζωής μας, από τη μάνα μου, από όλους μας. Συχνά τον βλέπανε στο μοναστήρι του Ρογκοβού να κά- θεται στον αυλόγυρο μόνος και να συλλογάται. Ήταν σαν να εξατμιζότανε σιγά σιγά, μέρα με την ημέρα, και να έμενε στο τέλος φάντασμα, να περιφέρεται στα κτήματα και στις πλαγιές, καβάλα στ’ άλογο, σε ατέλειωτες πε- ριπλανήσεις, να προσχηματίζεται ότι πηγαίνει για κυνή- γι, μα ποτέ να μη γυρνά με κάτι πίσω. Αλλά κανείς δεν έκρινε, κανείς δεν έθιγε τα χούγια του αφέντη. Όταν τέλειωσε το δεύτερό μας σπίτι, δίπλα σχεδόν σ’ αυτό που είχα γεννηθεί, ένα σπίτι πέτρινο, θεόρατο, τρι- ώροφο, με δρένιες * σανίδες που μύριζαν ακόμη δέντρο, ο πατέρας, προτού φύγουνε οι χτίστες, έκανε ένα μεγάλο * δρύινη
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=