Η ανατροπή
Η ΑΝΑ Τ ΡΟΠΗ 19 μα δεν τόλμησε να πει τη λέξη που εννοούσε. Όσο κι αν υπερασπίσθηκε ο συμπατριώτης του το όνομα και την τιμή του καφενέ εκείνου, όσο κι αν ο Ευάγγελος έλεγε «Ναι, ναι, δεν λέω...», δεν μπόρεσε να ηρεμήσει. Επέμε- νε πεισματικά, πλήρωσε, τον πήρε κι έφυγαν αναζητώντας άλλο καφενείο. Παρ’ όλα αυτά στου Τομαζαίο ήταν η καθιερωμένη στάση του προτού πάει για ύπνο, λίγο πιο κάτω μετά το Δημαρχείο και τη Σαν Σεμπαστιάνο, στο πανδοχείο της Πιάτσα Καβάνα. Το προτιμούσαν γιατί ήταν δίπλα από τον έμπορο ασημικών που διακινούσε ό,τι καλύτερο γιαν- νιώτικο έφερνε στην Τεργέστη ο εμπορικός του σύντροφος ο Θωμάς κι ενίοτε ο ίδιος. Ήτανε συγχρόνως και η τελευταία στάση του, παρά τους πειρασμούς που βόλταραν από τους κάτω δρόμους της Καβάνα, όσο αργά κι αν ήταν, χειμώνα καλοκαίρι. Σλαβικά όμορφα μάτια και κουβέντες που, κι αν δεν τις καταλάβαινε, ήξερε πολύ καλά το νόημά τους. Αρνιότα- νε ευγενικά και προσπερνούσε. Όχι τάχα από ιερή προ- σήλωση στις οδηγίες της βασίλισσας Βικτώριας, αλλά εκεί δεν ένιωθε άνετα ή ασφαλής. Χίλιες φορές καλύτε- ρα παρέα με τον γκαρδιακό του φίλο, τον Θωμά, κατά προτίμηση στα υπόγεια του Αλκαζάρ στη Σαλονίκη. Του άρεσε ωστόσο να μένει σ’ εκείνο το πανδοχείο που πε- ριστοιχιζότανε από κάποιες case di tolleranza * , όπως επέμενε να τις μνημονεύει, και που περικύκλωναν την * οίκοι ανοχής
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=