Η ανατροπή
N I KOΣ ΘΕΜΕ ΛΗΣ 18 κάποιου Τόστι, που τόσο του αρέσαν. Μάζευε την αφρό- κρεμα της Τεργέστης, ιδίως μετά το τέλος κάποιας θεα- τρικής παράστασης ή μελοδράματος του Βέρντι στην Όπερα, δυο βήματα πιο κάτω. Του άρεσε ο καφενές για τη ζωντάνια του, τον κόσμο που μπαινόβγαινε, την οικειό τητα του Τομαζαίο, εγγονού του πρώτου καφετζή. Ένιω- θε ασφαλής σε ξένο μέρος, ότι ήτανε ο δικός του κόσμος κι ας μην μπορούσε να παρακολουθήσει με ακρίβεια τις συζητήσεις που ανάβανε στα διπλανά τραπέζια. Η γλωσ- σομάθειά του έφθανε ίσα ίσα για να κλείνει τις δουλειές του, σίγουρα να καταλαβαίνει πιο πολλά απ’ όσα μπο- ρούσε να μιλήσει. Τον ενοχλούσε ωστόσο, καμιά φορά, που σ’ εκείνο το φιλικό και κόσμιο περιβάλλον τύχαινε ν’ απαντήσει νεα ρές δεσποσύνες να χαριεντίζονται πότε με λοχαγούς της αυτοκρατορικής φρουράς και πότε με δανδήδες. Κι όταν υποπτευόταν ή συμπέραινε από μισόλογα ή ενδείξεις ότι στο ίδιο τραπέζι ή δίπλα τους καθόταν και ο γονιός τους, που τα ’βλεπε χωρίς να θίγεται απ’ τα καμώματα αυτά, μπορεί και να του ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι. Όταν κάποτε βρέθηκε τυχαία μ’ έναν συμπατριώτη του έμπο- ρο και είπανε να παν να πιούνε έναν καφέ και να τα πούνε, ενοχλήθηκε τόσο πολύ από ένα ανάλογο περιστα- τικό –ο πατέρας της μικράς ανέμελος χασκογελούσε μ’ έναν συνομήλικό του, πατέρα προφανώς του νεαρού που έλιωνε μπροστά στη δεσποσύνη–, ώστε διέκοψε απότομα τον συνομιλητή του λέγοντας: «Πάμε να φύγουμε από δω, εδώ μέσα είναι…». Κούνησε το χέρι του με νόημα,
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=