Η ανατροπή

Η ΑΝΑ Τ ΡΟΠΗ 17 Συνήθιζε να τη χαζεύει από μακριά, λες και τη ζύγι- αζε, πότε με ενδιαφέρον και πότε με καχυποψία. Μπορεί να ένιωθε και μειονεκτικά απέναντι σε όλους εκείνους με τα ημίψηλα, ότι ακόμη δεν τους είχε φθάσει. Τραπε- ζίτες, ασφαλιστές, έμποροι, μηχανικοί, γιατροί και δικη- γόροι ήτανε όλοι ένα, στην Όπερα μάλιστα μοιάζανε και αναμεταξύ τους. Ένιωθε να ’ναι άξιος σαν κι αυτούς, σίγουρος γι’ αυτά που πίστευε και υπερήφανος για όσα είχε κάνει, μα πάλι κάτι του ’λειπε, άραγε τι, που τον ξεχώριζε ακόμη από εκείνους. Όσο για την Όπερα την ίδια, τον γέμιζε με ανάμεικτα αισθήματα στη θύμηση της μοναδικής φοράς που είχε πάει με μια οικογένεια Γραι- κών εμπόρων στην Όπερα της Βιέννης. Δεν ήξερε αν είχε ευχαριστηθεί ή αν μαύρισε η καρδιά του. Βέβαιο ήταν ότι είχε συγκλονιστεί για μέρες από το δράμα εκείνου του πατέρα, του Ριγκολέτου, που, ενώ έπαιζε η μουσική, του κλέψαν τη μονάκριβή του κόρη και τον περιγελούσαν, την ατιμάσανε και του τη δώσανε νεκρή σ’ ένα τσουβάλι. Από δική του ευθύνη και από τύχη εξ ημισείας. Κι εκεί- νο το κορίτσι, τόσο άμυαλο. Τέτοιο κακό, του είχαν έρθει δάκρυα στα μάτια. Μα και πώς να πάει στην Τεργέστη έτσι μόνος του στην Όπερα, χωρίς να ξέρει. Κι αν έκανε καμιά απρέπεια; Μ’ αυτές συνήθως τις σκέψεις να έρχο- νται, να επανέρχονται, να μένουνε μετέωρες, να χάνονται μέσα στη νύχτα, έστριβε στ’ αριστερά για την μπόρσα και ντουγρού στον καφενέ του Τομαζαίο. Πάντα στον ίδιο καφενέ. Κρατούσε ανοιχτά μέχρι αρ- γά το βράδυ και πάντα κάποιος τραγουδούσε τραγούδια

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=