E Γ Ω ; 9 ψηλά, βγήκα από το χαράκωμα, οι αισθήσεις μου παρέπαιαν, δεν μπορεί να τελείωσαν όλα τόσο ξαφνικά, το περιμέναμε τόσο καιρό αυτό το τέλος, που σταματήσαμε να το πιστεύουμε. Τώρα υπήρχε μια νέα πόρτα, μια νέα ζωή, δεν θα ξαπλώναμε πια στη λάσπη, θα βρισκόμασταν ξανά σε ένα δωμάτιο πάνω σε λευκά σεντόνια, θα είχαμε ένα μέλλον. Ποιο μέλλον; Θα δουλεύαμε, θα έπρεπε να ξεκινήσουμε από την αρχή, πού είναι τα λευκά σεντόνια, θα ξανακαθίσουμε μπροστά, στη λάσπη εμείς και οι στρατηγοί πίσω, πάντα υπάρχουν αυτοί οι στρατηγοί πίσω, αυτοί οι πλούσιοι που οδηγούν αυτοκίνητα, που έχουν τη δόξα, το φαγοπότι και τις γυναίκες, ενώ οι άλλοι ψοφάνε, ενώ εσύ – Σκαρφάλωσα έξω από το καταφύγιο, ανέβηκα λόφους, έπεσα σε λάκκους, σκόνταψα πάνω σε πτώματα και κορμούς, ήταν μια κρύα νύχτα, το φεγγάρι έλαμπε, από το καταφύγιο ακουγόταν αμυδρά μουσική, το αίμα μου έκαιγε από τον πυρετό, ήμουν εξαντλημένος, έτοιμος να καταρρεύσω, κι όμως, μια ανησυχία με έσπρωχνε, με έσπρωχνε και με έσπρωχνε – ξαφνικά είδα πως κάτι βρισκόταν μπροστά μου, μια σκοτεινή μάζα, σχεδόν θα είχα πέσει πάνω της. Ήθελα να την προσπεράσω, να γυρίσω πίσω στο καταφύγιο, γιατί βρισκόμουν εδώ έξω αντί να είμαι με τους συντρόφους
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=