Εγώ;

PETER FLAMM 10 μου, να τραγουδάω μαζί τους, να γιορτάζω, τι με τράβηξε εδώ, μέσα στη νύχτα, μόνος ανάμεσα σε σπασμένα οχήματα και γκρεμισμένους τοίχους, μόνος ανάμεσα στους – νεκρούς; Ναι, ήταν νεκρός, το ήξερα, είχε πάει περιπολία χθες, είκοσι τέσσερις ώρες πριν από το τέλος, ο πόλεμος είχε τελειώσει, και αυτός είχε πέσει μια μέρα πριν, ακόμα και η τελευταία σφαίρα είχε χτυπήσει μια μητέρα, δεν μπορούσαν να σταματήσουν μια μέρα νωρίτερα, είναι γελοίο, τώρα ήταν νεκρός, ήταν ξαπλωμένος εκεί, ο κύριος γιατρός, ένας «μορφωμένος», και τι αποκόμισε από τη μόρφωσή του, ένας απλός επιλοχίας ήταν όπως εγώ, άντε, το πολύ υπολοχαγός – τώρα ήταν νεκρός, κι εγώ – –. Το χέρι μου κατέβηκε στο κορμί του, δεν το ήθελα, έγινε αυτόματα, χωρίς συνειδητή σκέψη, χωρίς συνειδητή σκέψη είχα έρθει εδώ, μήπως το ήθελα, μήπως το ήξερα; Αυτόματα έγινε. Πώς; Το χέρι μου ψηλάφησε τρέμοντας το σώμα, τη λάσπη, το κολλώδες αίμα, άναψα τον φακό μου, ο μικρός θαμπός κύκλος φωτός γλίστρησε απόκοσμα μέσα από τις σκιές· δύο μάτια με κοίταζαν, νεκρά, άδεια μάτια που σαν να τρεμόπαιζαν μέσα στα μισάνοιχτα βλέφαρα, τραβήχτηκα πίσω, το χέρι μου έτρεμε, δεν έγνεφε το κεφάλι, δεν υπήρχε ένα πονηρό χαμόγελο στα κρύα γαλάζια χείλη; Τα είχα χαμένα πια, πίσω στο καταφύγιο, έπιασα το στήθος μου,

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=