Εγώ;

E Γ Ω ; 11 η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή, αλλά πάνω από τον χτύπο ένιωσα, με μια παράξενη, ευχάριστη διέγερση, το μικρό γκρίζο βιβλιαράκι, το διαβατήριο που είχα πάρει από τον νεκρό, το διαβατήριό του, το όνομά του – και τη μοίρα του. Τότε δεν το ήξερα αυτό. Κανείς δεν σε ρωτούσε, ζήτω η επανάσταση, ποιος θα κάτσει να ρωτήσει για ένα χαρτί, ποιος να το ελέγξει, ποιος να ξέρει το όνομα; Είμαστε όλοι άνθρωποι, είμαστε όλοι αδέλφια, και ο άλλος ήταν νεκρός, δεν τον ένοιαζε πια, σάπιζε στη λάσπη, με μάτια να τρεμοπαίζουν, μόνο κόκαλα και σκόνη, τι αποκρουστικό θέαμα, διάβολε! Καθόμουν στο τρένο, στην ταχεία, στην πρώτη θέση φυσικά, πόσο εύκολα συνηθίζει κανείς εκεί μέσα και τι παράξενο που είχε φύγει όλη η διέγερση, που όλα ήταν τόσο αυτονόητα. Είχα σταθεί ποτέ στο παρελθόν στην τρύπα του φούρνου, είχα αναγκαστεί ποτέ να σηκωθώ από το κρεβάτι στη μέση της νύχτας; Και η ζύμη είχε φουσκώσει και σκληρύνει, και από την τρύπα έβγαινε η πυρά που έκαιγε το πρόσωπο και τσουρούφλιζε το δέρμα, και ο μικρός Χένινγκς είχε κάψει την ποδιά του και το ένα του χέρι και πώς ούρλιαζε – ανοησίες, ανοησίες, δεν ήμουν εγώ αυτός, δεν είμαι εγώ αυτός, εγώ ταξίδευα, ένας καλλιεργημένος κύριος, ένας πλούσιος κύριος πάνω σε κόκκινα καθίσματα,

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=