Εγώ;

E Γ Ω ; 15 Κενιγκγκρέτσερ με κατεύθυνση προς την πλατεία Πότσνταμ. Στην οδό Μπελβί ένας άντρας με πλησίασε, πήγε να με προσπεράσει, ξαφνιάστηκε, στάθηκε, με χαιρέτησε, κάτι έλαμψε στα μάτια του και μετά ένα χαρούμενο χέρι άρπαξε βιαστικά τον βραχίονά μου: «Γιατρέ, εσύ; Είσαι εδώ, ζεις; Τι θα πει η Γκρέτε; Ακούστηκε μια φήμη πως σου συνέβη κάτι – της έχεις, βέβαια, στείλει τηλεγράφημα, έτσι; Χθες την επισκέφτηκα, ήταν και η μητέρα σου εκεί. Ανησυχούσαν όλοι τους πολύ. Και το τελευταίο σου γράμμα ήταν τόσο παράξενο, γεμάτο προμηνύματα θανάτου, Θεέ μου, δεν πρέπει κανείς να γράφει τέτοια πράγματα, και μετά έφτασε και η φήμη, αλλά τώρα είσαι εδώ, τι χαρά, θα σε συνοδεύσω λίγο, αν θέλεις φυσικά, έλα, ένα ταξί, αλλιώς θα κάνεις τόση ώρα να φτάσεις, μα δεν σε περίμενε κανένας στον σταθμό;» Καθόμουν στο ταξί, ένας άγνωστος άντρας δίπλα μου με πήγαινε σε έναν προορισμό που δεν γνώριζα. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα, δεν ξαφνιαζόμουν με τίποτα, όλα γίνονταν από μόνα τους κι εγώ ένιωθα πως κυλάω πάνω σε ένα ρεύμα, σε μια δροσερή, ασημένια επιφάνεια, υπήρχε πόλεμος και τώρα υπάρχει ειρήνη, περπατούσα μέσα στο πλήθος και ξαφνικά ήρθε κάποιος και με έβαλε σε ταξί. Δεν είναι φυσικό αυτό; Πολύ φυσικό.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=