Εγώ;

PETER FLAMM 14 του έγιναν σκληρά και άγρια, σαν να ήθελαν να πεταχτούν έξω από τις κόγχες τους, τα ρουθούνια του άρχισαν να τρέμουν, και το χέρι του σφίχτηκε σε γροθιά, για μια στιγμή φάνηκε πως η γροθιά του θα σηκωνόταν, θα χτυπούσε το λεπτό διάφανο τζάμι που χώριζε τα πρόσωπά μας – όμως, με ένα απότομο τράνταγμα, άφησε το χέρι του να πέσει, γύρισε με περιφρόνηση και εξαφανίστηκε με μια σύντομη σπασμωδική κίνηση. Καθόμουν στη θέση μου σαν υπνωτισμένος. Τι ήταν αυτό; Το είχα ονειρευτεί; Μήπως είχα παραισθήσεις; Ο πόλεμος είχε μάλλον επηρεάσει τα νεύρα μου, καθόλου παράξενο, θα μου περνούσε. Όταν θα έβρισκα ξανά ησυχία, όταν θα επέστρεφα στη δουλειά –. Με το χέρι σκούπισα το μέτωπό μου: Παράξενο, πόσο άσπρο ήταν το χέρι μου, εντελώς λεπτό και διάφανο, με λεπτές μπλε φλέβες να ελίσσονται σαν μέσα από κερί, σαν να μην ήταν δικό μου, σαν να ήταν – «Παράξενο» σκέφτηκα «τι είδους άνθρωπος είμαι εγώ, τι είμαι, τι είμαι εγώ που κάθομαι εδώ, και τι παράξενα χέρια έχω!» Το τρένο μπήκε στον σταθμό. Δεν είχα βρεθεί ποτέ ξανά στο Βερολίνο, κι όμως ήξερα ότι αυτό ήταν το Βερολίνο, δεν ένιωσα καμιά έκπληξη. Προχώρησα κατά μήκος της αποβάθρας, κατέβηκα τη σκάλα του σταθμού και πήρα αριστερά την οδό

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=