E Γ Ω ; 13 συνεχώς, αλλά παρ’ όλα αυτά κάτι σκοτεινό βάραινε την ψυχή μου, μια παράξενη σκιά, που δεν έλεγε να φύγει, βαριά και πνιγηρή. Έξω, στον διάδρομο, ένας άντρας ήταν γερμένος στο παράθυρο και κοιτούσε τις εικόνες του τοπίου που περνούσαν γρήγορα. Δεν μπορούσα να δω το πρόσωπό του, αλλά η στενή του πλάτη, ο αριστερός ώμος που ήταν λίγο ψηλότερα από τον δεξή, η παράξενη ένταση στη στάση του λαιμού του, όλα αυτά μου φάνηκαν γνωστά, ένιωσα κάτι να ανεβαίνει μέσα μου, μια παράξενη διέγερση, ένα μίσος χωρίς προηγούμενο, μια σχεδόν σωματική αίσθηση αηδίας. Δεν μπορούσα να αποστρέψω το βλέμμα μου. Ήμουν υπνωτισμένος; Ταξίδευα στην πρώτη θέση και δεν γνώριζα κανέναν! Γιατί να μισώ έναν άγνωστο άνθρωπο, έναν λαιμό, μια πλάτη, με τέτοιο μίσος, χωρίς νόημα, χωρίς λόγο; Γιατί να με αφορά αυτός ο άνθρωπος; Τώρα η πλάτη γύρισε, ο λαιμός έκανε λοξές ρυτίδες και φάνηκε το προφίλ του κεφαλιού: Ένας άγνωστος άνθρωπος. Κι όμως, τον ήξερα, κι όμως ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου, κι όμως υπήρχε κάτι σκοτεινό που με τρόμαζε, σαν χτύπημα στο κεφάλι, οι σκέψεις μου θόλωσαν, ήθελα να σηκωθώ, να στραφώ αλλού: Τότε εκείνος με πρόσεξε, με ένα απότομο τράνταγμα το σώμα του γύρισε ολόκληρο προς το μέρος μου, τα μάτια
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=