Εγώ;

PETER FLAMM 16 Η τύχη χτυπά σε όλους την πόρτα κάποια στιγμή, αρκεί να αρπάξεις την ευκαιρία, και το θαύμα είναι θαύμα μόνο μέχρι να γίνει πραγματικότητα. Το αυτοκίνητο έστριψε σε έναν δρόμο και σταμάτησε. Το βουητό του κινητήρα κόπηκε απότομα και μια παράξενη σιωπή απλώθηκε στο μυαλό μου, κατέβηκα με μηχανικές κινήσεις, κοιτώντας χωρίς να σκέφτομαι τον άλλον που πλήρωνε, κοίταξα το κτίριο, τη σειρά των παραθύρων, ένα συγκεκριμένο παράθυρο – ξαφνικά η καρδιά μου σταμάτησε, η γη φάνηκε να τρέμει και μπροστά στα μάτια μου άρχισαν να γυρίζουν πράσινοι και χρυσοί κύκλοι: Μα πάντα υπήρχε μέσα τους η εικόνα της, εκείνη να στέκεται πάνω, στο παράθυρο – ποια; – μια γυναίκα, ένα κορίτσι με λαμπερά, χρυσοκάστανα μαλλιά σαν από πίνακα του Τιτσιάνο, γύρω από ένα πρόσωπο που χλώμιαζε, ένα πρόσωπο γεμάτο γλύκα, φόβο, πόνο, λαχτάρα και τέτοια αγάπη – για ποιον προορίζονταν όλα αυτά, αυτή η γυναίκα, αυτή η αγάπη, ποιος την είχε; Θα έδινα και τη ζωή μου γι’ αυτήν, όχι, δεν θέλω να φύγω, γιατί με σπρώχνει προς την πόρτα, θέλω να μείνω εδώ, να στέκομαι και να κοιτάζω για πάντα – – η σκάλα, πού πρέπει να πάω, γιατί χτυπάει έτσι η καρδιά μου; Θεέ μου, μια πόρτα άνοιξε, ήταν στον δεύτερο όροφο, ήταν εξήντα δύο σκαλιά, γιατί τα μέτρησα,

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=