ΔΕΝ ΥΠΉΡΧΕ ΠΙΟ ΠΙΣΤΌ ΕΠΙΧΕΊΡΗΜΑ 19 Χαρούμενη μουσική απλώθηκε στον δρόμο. Όλοι γυρίσανε να δουν. Από τα σκοτάδια πετάχτηκε μια αυτοσχέδια μπάντα με χάλκινα. Τέσσερις πέντε τύποι με όργανα κι ένα κορίτσι με ψάθινο καπέλο και φουστανέλα. Γυρίζανε ανάμεσα στους ανθρώπους. Το κορίτσι είχε το τουμπερλέκι της ανάποδα για να μαζεύει ψιλά. Όση ώρα παίζανε τα χάλκινα, η Μαρία χαμογέλαγε. Τώρα μπορούσε. Ήταν με τα χέρια πλεγμένα στο στήθος της, κούναγε τα μπούτια της πάνω κάτω. Είχε πολύ μακριά χέρια για το σουλούπι της. Έπρεπε να τα πλέκει. Όσο αυτή γέλαγε, εκείνος νευρίαζε. Δεν μπορούσε να καταλάβει πού το έβρισκε τόσο γέλιο. Επικεντρώθηκε στα μαλλιά της. Του θύμιζαν ουρά αλόγου όπως έπεφταν κατάμαυρα και γυαλιστερά στις μασχάλες της. Δεν γινόταν να γελάει πολλή ώρα. Πιανόταν το σαγόνι της. Η μουσική δίπλα στο αυτί της δεν ακουγόταν πια. Σαν κάτι να σκεφτόταν, έχωνε το ένα της νύχι μέσα στ’ άλλο. Γύρισε απότομα προς το μέρος του. Κάποτε μου είπες ότι δεν πρόκειται να φύγεις ποτέ. Το είπα; Το είπες, ναι. Τους διέκοψε το κορίτσι. Η Μαρία έριξε ένα δίευρο στο τουμπερλέκι και το κορίτσι έκανε μια χορευτική στροφή.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=