18 ΦΩΤΗΣ ΜΑΝΙΚΑΣ μπερδεύανε τα αστέρια με αεροπλάνα. Όταν τα κατάφεραν, κολλήσανε πάνω του. Ο καθένας στο δικό του, όπως η μεριά τους στο κρεβάτι. Μέχρι που ήρθανε οι μπίρες. Ο πάγος ακόμη έρχεται. Τους έφερε φιστίκια, άναψε το κερί στο τραπέζι. Το δέρμα στα χέρια της σερβιτόρας είχε πανάδες από περασμένα μαυρίσματα. Τα νύχια της φαγωμένα από το άγχος. Τα δικά του γεμάτα τσόφλια γιατί έπιασε να καθαρίζει όλα τα φιστίκια από το πιατάκι. Της Μαρίας της αρέσανε τα τσόφλια. Της άρεσε να σπάει το χοντρό αλάτι στα δόντια της. Τον κοίταξε θυμωμένη. Δεν θα της άφηνε ούτε μισό φιστίκι έτσι όπως πήγαινε. Ήθελε να του χύσει την μπίρα στη μούρη. Όταν σήκωσε το βλέμμα του από το πιατάκι εκείνη κοίταγε αλλού. Ήθελε να της πει κάτι, χτύπαγε νευρικά το πόδι του. Η Μαρία τον έκρυψε με το χέρι της. Δεν γούσταρε. Ήθελε να είναι κάπου μόνη της. Αυτός δεν το έβαλε κάτω. Προσπάθησε να δει ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά της. Τον κατάλαβε και τα σφράγισε μεταξύ τους. Μείνανε ώρα έτσι. Πηγαινοέρχονταν μηχανάκια. Αυτός δεν είχε τι άλλο να κάνει. Έπιασε πάλι το φερμουάρ. Όταν της πέρασε, κατέβασε αργά το χέρι της. Ήταν πιο ήρεμη. Παραλίγο να βάλει τα κλάματα από την αίσθηση του κρύου τραπεζιού. Την είδε και του έφυγε τελείως η αγωνία. Σαν να μην πέρασε μια μέρα.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=