Δεν υπήρχε πιο πιστό επιχείρημα ότι ήταν ζευγάρι από τον τρόπο που κοιτάξανε τον ουρανό

ΔΕΝ ΥΠΉΡΧΕ ΠΙΟ ΠΙΣΤΌ ΕΠΙΧΕΊΡΗΜΑ 17 σει να πηγαίνει τις Κυριακές στις ταβέρνες. Στις διακοπές που όλοι χαλαρώνουνε κι αφήνουν τον εαυτό τους χωρίς λουριά, αυτή προτιμάει τα λουριά. Χίλιες φορές. Κανένας δεν μπορούσε να της πάρει το ποτήρι. Μια φορά που το προσπάθησε η μάνα της, η Μαρία της δάγκωσε το χέρι. Ο πατέρας της γινόταν καλύτερος στο ποτήρι γιατί δεν έμοιαζε με πατέρα. Και τι δεν έλεγε το στόμα του. Έπαιρνε φωτιά αλλά την έσβηνε αμέσως το νερό. Ήταν καλή ιδέα, δεν ένιωθε τύψεις. Ακόμα πατέρας της ήταν, πάντα θα ήταν. Κάθε ξημέρωμα πνιγόταν από τα φλέματα του τσιγάρου. Αυτή ήταν η τιμωρία του (μαζί και η δική της). Για χρόνια τον άκουγε να τρέχει στην κουζίνα, να παίρνει το κρυστάλλινο ποτήρι από το ντουλάπι, να το γεμίζει νερό, να καταπίνει τον εαυτό του. Φτάνει πια! Τώρα γιατί το σήκωσε; Α ναι. Ήπιε όλο το νερό χωρίς να διψάει. Όταν το άφησε κάτω ένιωσε ανακουφισμένη. Εκείνος ήταν ήσυχος. Θα μπορούσανε να κάτσουν με τις ώρες χωρίς να μιλάνε. Αντί για αυτό κοιτάξανε ψηλά. Δεν υπήρχε πιο πιστό επιχείρημα ότι ήταν ζευγάρι από τον τρόπο που κοιτάξανε τον ουρανό. Έκαναν ώρα μέχρι να ξετρυπώσουν κάποιο αστέρι. Πολλές φορές

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=