Δεν υπήρχε πιο πιστό επιχείρημα ότι ήταν ζευγάρι από τον τρόπο που κοιτάξανε τον ουρανό

12 ΦΩΤΗΣ ΜΑΝΙΚΑΣ νες (ας μην έλεγε χρόνια). Δεν θα ήταν το ίδιο σκληρό. Άμα το έκανε έτσι θα ήταν άλλος. Οπότε και φτάσανε σε αυτό το σημείο. Η Μαρία ξέσπασε στο μάτι της. Πίεζε, έτριβε, η φαγούρα μεγάλωνε. Αυτός στριφογύριζε στη θέση του. Έψαχνε να ισοφαρίσει. Κι αμέσως, να! Τον έπιασε αυτό που τον πιάνει. Το βουητό. Οι χτύποι σαν να βαράει βαριοπούλα. Τι το ήθελε να ισοφαρίσει; Αφού του γυρνάει ανάποδα. Στην αρχή δεν το πιστεύει για δικό του· έτσι ξεκινάει πάντα. Πες, ρε παιδί μου, ότι ξεκινάει έτσι. Η Μαρία να τρίβει το μάτι της. Αυτός κοίταζε κάτι σκοτάδια πίσω από τη Μαρία. Στην Καλλιδρομίου είχανε καεί στη σειρά τρεις λάμπες. Μπροστά αποκεί που κάθονταν. Καμιά δεκαριά μέτρα μετά τη Ζωσιμάδων οι λάμπες άναβαν ακόμη. Της το είπε τόσο ξερά, ούτε ο ίδιος το περίμενε. Πώς στον διάολο γίνανε έτσι; Φαινόταν δίχως επιστροφή. Άμα φεύγεις, φεύγεις. Η ταραχή δεν έφευγε. Τα σκοτάδια το γύρναγαν όλο πίσω, του το έτριβαν στη μούρη. Το μόνο που δεν ήθελε αυτή τη στιγμή. Τι ωραία φλέβα. Πω, πω. Μεγάλη, καταπράσινη. Χώριζε το κούτελό του στα δύο. Είδε ξαφνικά τον έλικα. Μαρία, κοίτα!

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=