Δεν υπήρχε πιο πιστό επιχείρημα ότι ήταν ζευγάρι από τον τρόπο που κοιτάξανε τον ουρανό

ΔΕΝ ΥΠΉΡΧΕ ΠΙΟ ΠΙΣΤΌ ΕΠΙΧΕΊΡΗΜΑ 11 Η Μαρία κατάπιε τη γλώσσα της. Ένιωσε να καταπίνει ψάρι. Έγινε η ίδια ψάρι για να το καταπιεί. Έτσι είναι η ζωή. Οι άντρες έρχονται και φεύγουν. Τους παίρνουνε πίσω τα ρεύματα. Μόνη της εκεί κάτω, μέσα στα ψάρια και τον πάτο. Γύρω της το βαθύ κατατονικό μπλε. Οπότε ναι. Ξύπνα, Μαρία! Σπίτι της, καθότανε αυτός στον καναπέ, στο χέρι του σαν να κράταγε τσιγάρο χωρίς να κρατάει. Της είπε να πάνε για μπίρα, ότι «έχει καλό καιρό, πάμε». Σκατά καιρό είχε. Δεν πρότεινε ποτέ κάτι. Όλο αυτή κανόνιζε. Ούτε τότε της πήγε το μυαλό. Εεε, τι θα γίνει; Την παρακολουθούσανε δυο τύποι από διαφορετικά τραπέζια. Στο μαγαζί είμαστε. Ο πρώτος φόραγε μαύρα κι έπαιζε κάτι κλειδιά. Ο άλλος φόραγε την μπλούζα μέσα από το τζιν. Της βγήκε ένα σιγανό γέλιο, κράτησε μερικά δευτερόλεπτα. Το βλέμμα της τρύπαγε το τραπέζι. Τέρμα τ’ αστεία. Εκείνος στον κόσμο του. Είχε ξεκολλήσει από τη μύτη της. Δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω. Σκέφτηκε χίλιους δυο τρόπους να της μιλήσει. Διάλεξε τον χειρότερο. Σταμάταγε σ’ ένα σημείο μόνο δυο τρία δευτερόλεπτα. Μετά πάλι από την αρχή. Μπορούσε να της πει ότι το σκέφτεται, ότι πάνε μέρες, μπορεί και μή-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=