ΔΕΝ ΥΠΉΡΧΕ ΠΙΟ ΠΙΣΤΌ ΕΠΙΧΕΊΡΗΜΑ 13 Πού μωρέ; Εκεί! Τέντωσε το χέρι του. Δεν βλέπω τίποτα, είπε η Μαρία. Πού να δει; Άμα συνέχιζε να τρίβει, σε λίγο δεν θα υπήρχε μάτι. Περίμενε να δει τι θα γίνει. Ακούγεται πιο σωστό για τη Μαρία. Σιγά σιγά της ερχόταν η δύναμη κι όλο κατάπινε σάλιο. Σταμάτησε να τρίβει και τον κοίταξε. Τη μια στιγμή όμορφος· την άλλη άσχημος. Της ήρθε να σηκωθεί. Να φέρει δυο γύρες πάνω κάτω στην καφετέρια. Τη βοηθούσε να σκεφτεί. Άμα ήταν οι δυο τους θα το έκανε. Θα φώναζε κιόλας. Όταν σηκώνεται πάνω της αρέσει να φωνάζει. Έγινε ένα με την καρέκλα. Έπνιγε τα χερούλια από τα νεύρα της. Είσαι σίγουρος γαμώτο; Το φώναξε. Δεν την ένοιαξε. Και που υπήρχε κόσμος τι; Όλοι την πάρτη τους κοιτάνε. Ναι, είμαι! Το φώναξε κι αυτός. Σιγά μην άφηνε. Του άρεσε να την αντιγράφει. Bιάστηκε να το παίξει και πνίγηκε με το σάλιο του. Ο τύπος με τα μαύρα έφυγε. Αυτός με τα κλειδιά. Ανέβηκε σε μια μηχανή που γκάριξε μόλις την άναψε. Μέχρι να φύγει την κοίταγε. Σαν λιγούρης έκανε. Ο
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=