17 2. Είχα όμως πλέον τον αριθμό της. Είχα επιτέλους, επιτέλους, έναν τρόπο να τη βρω. Κάλεσα τον άγνωστο αριθμό, αλλά έδειχνε πως μιλούσε. Προσπάθησα πάλι, δύο, τρεις, τέσσερις φορές: μιλούσε ξανά και ξανά. Επειδή με έπαιρνε εκείνη. Από την ταραχή και τον ενθουσιασμό μου, τα χέρια μου έτρεμαν. Έπεισα με πολλή προσπάθεια τον εαυτό μου να σταματήσει να παίρνει τηλέφωνο και να περιμένει τη δική της κλήση. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού κι έριξα μια ανυπόμονη ματιά στο δωμάτιο της κόρης μου. Όλα της τα πράγματα ήταν ακόμη εδώ, από τότε. Δεν φιλοξενώ ποτέ κόσμο και δεν είχα λόγο να τα πετάξω. Όλες της οι αφίσες από το γυμνάσιο ήταν ακόμη κολλημένες στους τοίχους: οι One Direction και οι Jonas Brothers, ένας βραδύπους με χαζό χαμόγελο να κρέμεται από ένα δέντρο. Σ’ ένα μεγάλο ράφι ήταν τα αθλητικά της βραβεία, και σ’ ένα μεγάλο καλάθι όλα της τα λούτρινα ζωάκια. Τον περισσότερο καιρό η πόρτα έμενε κλειστή, αφού προσπαθούσα να αγνοήσω την ύπαρξη του δωματίου. Πότε πότε όμως (πιο συχνά απ’ όσο θα ήθελα να παραδέχομαι) έμπαινα μέσα, καθόμουν στο γιγάντιο πουφ και χανόμουν στις αναμνήσεις από την εποχή που μέναμε όλοι εδώ και φερόμασταν σαν οικογένεια. Θυμόμουν που η Κολίν κι εγώ στριμωχνόμασταν στο μικρό ημίδιπλο κρεβάτι και η Μάγκι χωνόταν ανάμεσά μας και σκάγαμε στα γέλια διαβάζοντας το Καληνύχτα, γορίλα.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=