JASON REKULAK 18 Το τηλέφωνό μου χτύπησε πάλι. Ο ίδιος ΑΓΝΩΣΤΟΣ αριθμός. «Μπαμπά; Καλύτερα τώρα;» Άκουγα πλέον τη φωνή της καθαρά. Θα μπορούσε κάλλιστα να κάθεται δίπλα μου φορώντας τις πιτζάμες με τον Βασιλιά των λιονταριών, έτοιμη για ύπνο. «Μάγκι, είσαι καλά;» «Μια χαρά είμαι, μπαμπά. Όλα μια χαρά είναι». «Πού είσαι;» «Σπίτι. Στο διαμέρισμά μου δηλαδή. Στη Βοστόνη. Κι όλα είναι μια χαρά». Περίμενα να συνεχίσει, αλλά δεν είπε τίποτα. Ίσως να μην ήξερε από πού να το πιάσει. Ούτε κι εγώ ήξερα δηλαδή. Πόσες φορές είχα φανταστεί αυτή τη στιγμή; Πόσες φορές είχα μπει για ντους κι έκανα πρόβα τη συζήτηση στο κεφάλι μου; Και τώρα που επιτέλους συνέβαινε, το μόνο που ήρθε στο μυαλό μου να ξεστομίσω ήταν: «Πήρες τις κάρτες μου;» Θεέ μου, πόσες κάρτες της είχα στείλει: για τα γενέθλιά της, για το Χάλογουιν, επειδή τη θυμήθηκα. Και πάντα με δέκα ή είκοσι δολάρια για χαρτζιλίκι κι ένα μικρό σημείωμα. «Τις πήρα» είπε. «Κι εδώ που τα λέμε, ήθελα να σου τηλεφωνήσω καιρό τώρα». «Συγγνώμη, Μάγκι. Η όλη κατάσταση–» «Δεν θέλω να το συζητήσω». «Εντάξει. Αλίμονο». Αισθανόμουν σαν εκείνους τους διαπραγματευτές ομήρων από τη σειρά Rescue 911. Ο βασικός μου στόχος ήταν να κρατήσω τη Μάγκι στο τηλέφωνο, να συνεχίσουμε να μιλάμε, οπότε άλλαξα θέμα, πήγα σε κάτι πιο ασφαλές: «Είσαι ακόμη στην Capaciti;» «Ναι, μόλις έκλεισα τρία χρόνια». Η Μάγκι ήταν τόσο περήφανη για τη δουλειά αυτή. Είχε
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=