Άρκσπαϊρ 2: Το Τάγμα των Απροσάρμοστων

17 Και λίγα θα έλεγε κανείς, αν ισχυριζόταν πως μπορούσε να γίνει πολύ δύσκολος ο Σπίθας. Ώρες ώρες γινόταν πραγματικά άθλιος. Είχε αρχίσει να τον συμπαθεί όμως η Τζούνιπερ. Βοηθούσε βέβαια και το ότι υπήρχε μεταξύ τους ένας μαγικός δεσμός – κυριολεκτικά όμως. Της είχε σώσει άλλωστε τη ζωή, όταν την προστάτεψε από μια μπρούτζινη καμπάνα που ήταν έτοιμη να την κάνει πίτα. Και την είχε βοηθήσει να πείσει την πόλη ότι διέθετε μαγεία. Κι όλα αυτά με ένα ασήμαντο, πενιχρό αντάλλαγμα: να του υποσχεθεί ότι θα τον βοηθούσε να εκδικηθεί τους Αρκάνες που τον είχαν φυλακίσει. Η φούντα στην άκρη της ουράς του Σπίθα τινάχτηκε πέρα δώθε, κάτι που συνήθιζε να κάνει από τότε που απόκτησε σάρκα και οστά αντί για το ασώματο σκιο -πράγμα που ήταν πριν. Τα μπλε του μάτια άστραψαν ανάμεσα στα μπαλώματα μαύρης γούνας που έμοιαζαν με μάσκα κι έρχονταν σε αντίθεση με το κατάλευκο πρόσωπό του. Ήταν παράξενα χαριτωμένο για μυστηριώδες, αλλόκοσμο πλάσμα. Χαριτωμένο τύπου «έτσι και με στραβοκοιτάξεις, θα σου φάω τη μύτη». Τα κορίτσια κοίταξαν από την άκρη της αψίδας και έκαναν νόημα στον Έβεραρντ που ήταν κάτω στο βοτσαλόστρωτο δρομάκι. Έπρεπε να τους πει ότι ήταν ελεύθερο το πεδίο, πριν κατέβουν. Ήδη βάδιζαν σε πολύ, πολύ τεντωμένο σχοινί. Αν μυρίζονταν οι Αρκάνες τι σκάρωναν, η Τζούνιπερ ήταν βέβαιη πως το τελευταίο πράγμα που θα έβλεπε στη ζωή της θα ήταν ένα κελί φυλακής. Ο Έβεραρντ κοίταξε με μάτια γουρλωμένα δεξιά κι αριστερά και τα επιμελώς ατημέλητα μαλλιά του ήταν

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=