17 Κατόπιν βγήκαν ο Ντέβρο με τον ίδιο τον Σάντι, χαμογελώντας πλατιά, λες κι ήταν παλιόφιλοι. Τι στον διάολο; Νιώθοντας τον θυμό μου να φουντώνει, είδα τον Σάντι να χτυπά τον Ντέβρο φιλικά στον ώμο. Εκείνος, που δε φορούσε πια το σικάτο σακάκι του αλλά ένα πορτοκαλί φούτερ με κουκούλα, σαν το δικό μου, ανασήκωσε τους ώμους κι ύστερα έδειξε προς το αυτοκίνητό μας, παρακινώντας τον Σάντι να χαιρετήσει προς το μέρος μου. Έσκυψα, παρότι τα τζάμια ήταν φιμέ – όχι απλώς φιμέ, σχεδόν κατάμαυρα. Ήταν πέρα απ’ τις δυνάμεις μου να τραβήξω το βλέμμα από τον Ντέβρο, καθώς γλιστρούσε στο πίσω κάθισμα δίπλα μου. Κανονικά θα έπρεπε να φοράει χειροπέδες αυτή τη στιγμή. Πώς στον δαίμονα είχε καταφέρει να βγει έξω με συνοδεία, σαν να ήταν κάποιο επίσημο πρόσωπο; Δεν υπήρχε περίπτωση να τον ρωτήσω, οπότε συμβιβάστηκα να κάθομαι εκεί σφίγγοντας τα δόντια μου και αγριοκοιτάζοντάς τον. Και ο Ντέβρο χαμογέλασε αυτάρεσκα. «Ήταν φοβερά ευγνώμων όταν του έδωσα το μικρόφωνό του. Περίμενα ακριβώς δίπλα στη σκηνή. Μα την αλήθεια, του το έδωσα στο τσακ. Ευτυχώς, είχα βρει εκείνο τον κλέφτη με το μαύρο σακάκι. Μου ξέφυγε, αλλά τουλάχιστον κατάφερα να του αποσπάσω το μικρόφωνο». Μα πώς… Έβγαλα το ακουστικό από το αυτί μου. Το σύστημα δεν ήταν στη σίγαση. Είχε κερδίσει αυτό τον γύρο. «Μην ανησυχείς, σίγουρα θα μου τη φέρεις την επόμενη φορά». Έβγαλε κάτι από την τσέπη του. «Έπαθλο παρηγοριάς».
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=