Η αναμέτρηση των κλεφτών 2: Βασιλική ληστεία

13 φορούσα ένα φούτερ με κουκούλα που μου είχε φέρει στο σακίδιό του και στριφογύριζα τα κοτσιδάκια μου για να τα πιάσω κότσο. Στην απίθανη περίπτωση που ο Σάντι ή κάποιος άλλος πρόσεχε ότι έλειπε το πολύτιμο σημειωματάριό του, καλό θα ήταν να μη με αναγνωρίσουν καθώς θα κατευθυνόμουν προς την έξοδο. Το μάτι μου πήρε ένα κουτί με κάλτσες Σάντι σε κόκκινο και μαύρο, δίπλα στο κουτί με τα φούτερ – θα ταίριαζαν εκπληκτικά με τα αθλητικά μου παπούτσια που είχαν ζωγραφισμένα πεφταστέρια, μόνο που όλες οι κάλτσες ήταν σε μέγεθος XXS. Αναστέναξα. «Εκθαμβωτική σαν άλικο δείλι, συναρπαστική σαν αφέγγαρο μεσονύχτι» ψιθύρισε ο Ντέβρο. Κατέβασα την πορτοκαλί κουκούλα του νέου μου φούτερ χαμηλά στο πρόσωπό μου, που είχε γίνει κατακόκκινο. «Τι;» Ο Ντέβρο έγνεψε προς το σημειωματάριο, γυρίζοντας σελίδα. «Οι στίχοι του. Είναι πολύ όμορφοι. Διόλου παράξενο που μαζεύει τόσα βραβεία». Σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε. Υπήρχε μια εξαιρετικά δελεαστική λάμψη κάτω από τα μεταξένια βλέφαρά του. «Αντηχούν…» Αν και δε μου βγήκε και τόσο εύκολα, έστρεψα τα μάτια μου προς τα πάνω, δήθεν με αγανάκτηση. «Ωραία ατμόσφαιρα φτιάχνει κανείς με κλεμμένα λόγια, αλάνθαστη συνταγή. Κάνε στην άκρη». Εκείνος μπλόκαρε στρατηγικά την πόρτα. Όπως ήταν αναμενόμενο, έμεινε στη θέση του. «Είναι μεσάνυχτα». Είχε καρφώσει το βλέμμα του στο δικό μου, λες και έτσι θα μ’ έριχνε τελικά. «Κάνε στην άκρη». «Είναι 13 Ιανουαρίου». Ίσιωσε ένα κοτσιδάκι μου, στερεώ­

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=