12 να του είμαι θυμωμένη. Απόψε θα μπορούσε να ήταν ο μικρός αδερφός του Τζέιμς Μποντ, με άνετο στιλάκι και ντυμένος στα μαύρα – από το εφαρμοστό τζιν παντελόνι μέχρι το στενό σακάκι και το μπλουζάκι με V λαιμόκοψη και το πρόσωπο του Σάντι πάνω του. Ήξερε καλά τι έκανε· μου το δήλωνε η στάση του, σαν να πόζαρε για κεντρική σελίδα περιοδικού, με τα χέρια στις τσέπες και το ένα πόδι λυγισμένο μπροστά και ακουμπισμένο στον τοίχο. Ήταν αδύνατο να δείχνει κάποιος τόσο σέξι και να μην το κάνει επίτηδες. «Το ‘‘Ανεπανόρθωτο’’ μας ταιριάζει πολύ περισσότερο». Τον έσπρωξα για να περάσω μες στο δωμάτιο, έναν αποθηκευτικό χώρο για τα εμπορικά προϊόντα και τον σκηνικό εξοπλισμό του Σεντ Σάντι, μια αποθήκη γεμάτη ανάκατα ανοιχτά πλαστικά κουτιά με μπλουζάκια και αφίσες, μπερδεμένα μαύρα καλώδια στο δάπεδο και κάτι σαν μικρογραφία ηφαιστείου στη γωνία, για το δεύτερο νούμερό του. «Το τσεπάκι είναι κοντά στον αριστερό του γοφό». Πέταξα το σημειωματάριο στον Ντέβρο. Μεμιάς εκείνος έκλεισε την πόρτα και άρχισε να το ξεφυλλίζει στα γρήγορα, τραβώντας φωτογραφίες. Ήταν το πολύτιμο βιβλίο με τα τραγούδια του Σεντ Σάντι. Ως καλλιτέχνης, ο Σάντι σημείωνε πρόχειρα τους στίχους που του έρχονταν σε ανύποπτες στιγμές, γι’ αυτό και είχε το σημειωματάριο πάντα πάνω του. Κάτι τέτοιο θα θεωρούνταν δηθενιά, αν τα τελευταία έξι εφτά τραγούδια που είχε γράψει κατ’ αυτό τον τρόπο στο σημειωματάριό του δεν είχαν γίνει πλατινένια την τελευταία χρονιά. Κάποιος από την οργάνωση ήθελε τα πιο πρόσφατα τραγούδια του. Έβαλα τα δυνατά μου για ν’ αγνοήσω τον Ντέβρο, ελκυστικό σαν μοντέλο σε διαφήμιση αντρικής κολόνιας, ενώ εγώ
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=