18 ταίους μήνες μιλούσαμε σχεδόν καθημερινά και ανταλλάσσαμε τα νέα μας. Τον τελευταίο καιρό μπορεί να είχα μάθει περισσότερα για εκείνον από όσα είχα μάθει εδώ στην τελευταία περίοδο της κατασκήνωσης. Παρ’ όλα αυτά, έκανα ένα βήμα πίσω και τον χτύπησα φιλικά στον ώμο. «Ε… αποδώ η μαμά μου». Η μαμά σήκωσε το χέρι για να τον χαιρετήσει, και ο Μπεν απάντησε ευγενικά: «Γεια σας, κυρία Φρέντρικς». «Είδες την Πόλι;» τον ρώτησα. «Όχι ακόμη». «Οκέι, τότε θα τα πούμε στην αίθουσα εκδηλώσεων. Πρέπει να δείξω πρώτα το δεντρόσπιτο στη μαμά». Τον αποχαιρέτησα και τράβηξα τη μαμά μαζί μου να προχωρήσουμε. Κατευθυνθήκαμε προς το δεντρόσπιτο όπου είχα μείνει το καλοκαίρι. Η ξύλινη σκάλα τυλιγόταν γύρω από τον κορμό, φτάνοντας ψηλά, σχεδόν στην κορυφή του δέντρου. Οι σκάλες ήταν ακόμη γλιστερές από τη βροχή και μύριζαν έντονα υγρό ξύλο και δάσος. Ανέπνευσα βαθιά το άρωμα και αμέσως ένιωσα σαν στο σπίτι μου. Το κλειδί, όπως πάντα, κόλλησε λίγο, αλλά τελικά η πόρτα άνοιξε με ένα τρίξιμο. Την ίδια στιγμή, άκουσα τη μαμά να αναφωνεί με έκπληξη. Μέσα, όλα ήταν ακριβώς όπως τα είχα αφήσει το καλοκαίρι. Τίποτα δεν είχε αλλάξει: η κουκέτα που μοιραζόμουν με την Πόλι, το μικροσκοπικό τραπέζι με τις δύο καρέκλες και η πόρτα που οδηγούσε στο μικρό μας μπάνιο. Παρά τη στενότη-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=