Αιχμηρά αντικείμενα

G I L L I A N F L Y N N 24 τιστά κορδελάκια, αλλά το στήθος της, που το τέντωνε περήφα- να προς τα έξω, ήταν στήθος ώριμης γυναίκας. Τυχερής ώριμης γυναίκας. Μου χαμογέλασε σαν να με γνώριζε, πράγμα αδύνατον γιατί αυτή δεν πρέπει να πήγαινε ούτε καν σχολείο την τελευταία φορά που είχα έρθει στο Γουίντ Γκαπ. Μου φάνηκε γνωστή, ωστόσο. Ίσως να ήταν κόρη μιας από τις παλιές μου συμμαθή- τριες. Η ηλικία ταίριαζε, αν κάποια απ’ αυτές είχε μείνει έγκυος με το που τελειώσαμε το σχολείο. Δεν ήταν απίθανο. «Ήρθα να βοηθήσω» είπα. «Μάλιστα». Χαμογέλασε με αυταρέσκεια και έπαψε να ασχολείται μαζί μου στρέφοντας ξαφνικά όλη την προσοχή της στο ξεφλούδισμα του βερνικιού από το μεγάλο νύχι του ποδιού της. Άφησα πίσω μου το τριζάτο καυτό χαλίκι και μπήκα στο δάσος όπου έκανε ακόμα περισσότερη ζέστη. O αέρας είχε την υγρασία της ζούγκλας. Χρυσόβεργες και θάμνοι γρατσούνιζαν τα γόνατά μου και αφράτα λευκά χνούδια από τις λεύκες πε- τούσαν παντού, έμπαιναν στο στόμα μου, κολλούσαν στα μπρά- τσα μου. Όταν ήμουν παιδί τα λέγαμε «νεραϊδοφορέματα», θυμήθηκα ξαφνικά. Κάπου μακριά, άνθρωποι φώναζαν το όνομα της Nάταλι · οι τρεις συλλαβές κυμάτιζαν σαν τραγούδι. Άλλα δέκα λεπτά κοπιαστικής πεζοπορίας, και τους εντόπισα: καμιά σαρανταριά άνθρωποι που προχωρούσαν παραταγμένοι σε μακριές σειρές, σκαλίζοντας με ραβδιά τους θάμνους μπροστά τους. «Γεια! Κανένα νέο;» μου φώναξε ένας άντρας με κοιλιά πρησμένη από την μπίρα, που ήταν ο κοντινότερος προς τη μεριά μου. Άφησα το μονοπάτι και προχώρησα ανάμεσα στα δέντρα μέχρι να τον φτάσω. «Μπορώ να βοηθήσω σε κάτι;» Δεν ήμουν ακόμη έτοιμη να βγάλω το σημειωματάριό μου.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=