Αγιογραφία

24 ΝΊΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΌΠΟΥΛΟΣ προείπα. Γι’ αυτό και σηκώθηκα απ’ το κουτσό τραπέζι όπου επί κάμποση ώρα, καθ’ υπόδειξίν του, προσπαθούσα να διο­ ρθώσω τη σύνταξι και την ορθογραφία σε μιαν αναφορά ρουτίνας σχετικώς με τη ζωοκλοπή που είχε έρθει να καταγ- γείλη νωρίτερα ο Γιώργης Δασκαλόπουλος, κάτοικος Θερ- μού, κι έσπευσα να του δώσω λίγο νερό. Κρίνοντας απ’ την όψι του υπέθεσα ότι θα έπρεπε να είχε διανύσει τρέχοντας την απόστασι που χωρίζει το αγροφυλακείο από την ταβέρνα- παντοπωλείο του Μιχαλάκη, όπου συνήθως έπινε ένα δυο ποτηράκια προτού πάη για ύπνο. Η απόστασις δεν ήτο με- γαλύτερη των διακοσίων μέτρων, το σωματικό του βάρος ωστόσο, καθώς και τα τσιγάρα που εκάπνιζε το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο, καθιστούσαν ένα τέτοιο εγχείρημα πραγματικόν άθλο. Έσυρα την καρέκλα μου προς το μέρος του, αλλά αρ- νήθηκε σηκώνοντας το χέρι του, το ίδιο χέρι με το οποίο έσπρωξε το δικό μου, όταν έβγαλα να του δώσω ένα μαντή- λι να σκουπίση τον ιδρώτα του. Πιάνοντας την ανάσα του κατώρθωσε να μου πη να παρατήσω τα πάντα και να τρέξω στην έρημη στάνη του Γιολδάση, ψηλά στη δυτική πλευρά του Αρκουδιάρη, προτρέποντάς με μάλιστα να κόψω δρόμο απ’ τα χωράφια του Μάκη του Τζιβελέκα, κατοίκου διπλανού χωριού, που είχε πάρει τη μεγαλύτερη κόρη του Αδαμόπου- λου απ’ το Θερμό και μαζί τα χωράφια αυτά για προίκα· με προέτρεψε να κόψω αποκεί λοιπόν, για να φτάσω το συντο- μώτερο δυνατόν στη στάνη και να παραμείνω επιτόπου άφα- ντος και να τον περιμένω. Με όλον τον σεβασμό τού υπενθύμισα ότι εκόντευε οχτώ-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=