Άγγελος θανάτου

15 Α Γ Γ Ε Λ Ο Σ Θ Α Ν Α Τ Ο Υ «Κοιμούνται;» ρώτησε ο Πάτρικ κι έβγαλε από το ψυγείο όσα χρειάζονταν για το αγαπημένο του σάντουιτς: παξιμάδι σίκαλης, βούτυρο, χαβιάρι και τυρί. Η Ερίκα ανατρίχιασε με τη σκέψη ότι σε λίγο θα βουτούσε όλη αυτή τη σύνθεση σε ζεστή σοκολάτα. «Ναι, κατάφερα κι εγώ μια φορά το αδύνατο, να τα βάλω για ύπνο την ίδια ώρα. Έπαιξαν πολύ το πρωί, οπότε ήταν εξουθενωμένα όλα τους». «Υπέροχα» είπε ο Πάτρικ και κάθισε στο τραπέζι της κου- ζίνας να φάει. Η Ερίκα επέστρεψε στο καθιστικό, για να προλάβει να γράψει λίγο ακόμα πριν ξυπνήσουν τα παιδιά. Σε κλεμμένο χρόνο. Ήταν το μόνο που είχε στη διάθεσή της τώρα. Στο όνειρο είδε πυρκαγιά. Ο Βίνσεντ στεκόταν με τρόμο στα μάτια και τη μύτη κολλημένη στο τζάμι ενός παραθύρου. Εκεί- νη είδε τις φλόγες να φουντώνουν πίσω του, να θεριεύουν όλο και περισσότερο. Τον πλησίαζαν, καψάλιζαν τα ξανθά τσου- λούφια του, κι εκείνος φώναζε χωρίς ν’ ακούγεται. Εκείνη ήθελε να ορμήσει πάνω στο τζάμι, να το σπάσει και να σώσει τον Βίνσεντ από τις φλόγες που απειλούσαν να τον καταβρο- χθίσουν. Αλλά όσο κι αν προσπαθούσε, το κορμί της δεν την υπάκουε. Μετά άκουσε τη φωνή του Μόρτεν. Γεμάτη κατηγόριες. Τη μισούσε επειδή δεν είχε μπορέσει να σώσει τον Βίνσεντ, επει- δή στεκόταν απλώς και κοιτούσε όσο εκείνος καιγόταν ζωντα- νός μπροστά στα μάτια τους. «Έμπα! Έμπα!» Η φωνή του την έκανε να προσπαθήσει ξανά. Έπρεπε να τρέξει προς τα εκεί και να σπάσει το τζάμι. Έπρεπε… «Έμπα! Ξύπνα!»

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=