Άγγελος θανάτου

12 C A M I L L A L A C K B E R G Η έγνοια του, η οποία θα έπρεπε να τη συγκινήσει, μάλλον της φάνηκε ασφυκτική και πάτησε επιδεικτικά πάνω στις ρίζες. Έπειτα από μερικά μέτρα ένιωσε την τραχιά άμμο κάτω από τα πόδια της. Τα κύματα πάφλαζαν στη μεγάλη παραλία κι εκείνη πέταξε από πάνω της την πετσέτα και μπήκε κατευ- θείαν στο αλμυρό νερό. Τούφες από φύκια τρίφτηκαν πάνω στα πόδια της και η ξαφνική διαφορά θερμοκρασίας την ανά- γκασε να πάρει μιαν απότομη ανάσα, αλλά σύντομα άρχισε να απολαμβάνει τη δροσιά του νερού. Πίσω της άκουσε τον Μόρ- τεν να φωνάζει το όνομά της. Προσποιήθηκε πως δεν τον άκου- σε και συνέχισε να περπατά σε βαθύτερα νερά. Όταν ο πυθ- μένας χάθηκε κάτω από τα πόδια της άρχισε να κολυμπά και έπειτα από δυο απλωτές έφτασε στη μικρή πλωτή αποβάθρα που ήταν ποντισμένη λίγο πιο πέρα. «Έμπα!» Ο Μόρτεν φώναζε από την παραλία, αλλά εκείνη συνέχιζε να τον αγνοεί και πιάστηκε από τη σκάλα της πλωτής αποβά- θρας. Χρειαζόταν να μείνει μόνη για λίγο. Αν ξάπλωνε και έκλεινε τα μάτια, μπορούσε να προσποιηθεί ότι ήταν ναυαγός έξω στη μεγάλη, ανοιχτή θάλασσα. Μόνη. Δίχως να χρειάζεται να σκέφτεται οποιονδήποτε άλλο. Άκουσε πλατσουρίσματα στο νερό, απλωτές κάποιου που πλησίαζε. Η πλωτή αποβάθρα κουνήθηκε γερά όταν ανέβηκε πάνω της ο Μόρτεν κι εκείνη έκλεισε τα μάτια της πιο σφιχτά, για να τον κλείσει απέξω για λίγο ακόμα. Ήθελε να μείνει μόνη με τον εαυτό της. Όχι όπως τώρα, μόνοι τους αυτή και ο Μόρτεν. Άνοιξε απρόθυμα τα μάτια της. Η Ερίκα καθόταν στο καθιστικό και όλα γύρω της έμοιαζαν σαν να είχε σκάσει μια παιχνιδο-βόμβα. Αμαξάκια, κουκλάκια, λούτρινα ζωάκια και ρούχα ανάκατα. Τρία παιδιά, όλα κάτω

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=