Άγγελος θανάτου
11 Α Γ Γ Ε Λ Ο Σ Θ Α Ν Α Τ Ο Υ κε με το φανελάκι της και μισόκλεισε τα μάτια στο έντονο φως του ήλιου. Από πάνω της διέγραφαν κύκλους οι γλάροι. Έκρω- ζαν καλώντας ο ένας τον άλλο κι οι κρωγμοί τους μπερδεύονταν με τον ήχο των σκαφών που διέσχιζαν το στενό. Έκλεισε τα μάτια της και άφησε τους ήχους να την ταξιδέψουν. Μακριά από τον εαυτό της, μακριά από… «Δεν κάνουμε ένα διάλειμμα να πάμε για μια βουτιά;» Η φωνή του Μόρτεν διαπέρασε το ηχητικό φόντο και την ξάφνιασε. Κούνησε μπερδεμένη το κεφάλι αρνητικά, αλλά αμέ- σως μετά συμφώνησε. «Ναι, πάμε» είπε και κατέβηκε από τη σκαλωσιά. Τα μαγιό τους κρέμονταν στην απλώστρα στην πίσω μεριά του σπιτιού κι εκείνη πέταξε από πάνω της τα μουσκεμένα από τον ιδρώτα ρούχα της δουλειάς και φόρεσε ένα μπικίνι. Ο Μόρτεν ήταν γρηγορότερος από κείνην και την περίμενε τώρα ανυπόμονα. «Έλα, θα πάμε καμιά φορά;» φώναξε και προπορεύτηκε προς το μονοπάτι που έβγαζε στην παραλία. Το νησί ήταν αρκετά μεγάλο και όχι τόσο άγονο όσο τα μικρότερα νησιά του αρχιπελάγους του Μπούχους. Κι από τις δυο μεριές του μονοπατιού υπήρχαν δέντρα με φύλλωμα παχύ και ψηλό χορτάρι, κι εκείνη πατούσε βαριά τα πόδια της στο έδαφος. Γιατί είχε ριζώσει βαθιά μέσα της ο φόβος για τα φίδια και είχε ενισχυθεί πριν από λίγες μέρες, όταν είχε δει μια οχιά που λιαζόταν. Το έδαφος άρχισε να κλίνει προς τη μεριά του νερού και δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί πόσα παιδικά ποδαράκια είχαν πατήσει τούτο το μονοπάτι όλα αυτά τα χρόνια. Το μέρος λεγόταν ακόμη «παιδική κατασκήνωση», παρόλο που δεν είχε λειτουργήσει κατασκήνωση εκεί από τη δεκαετία του τριάντα. «Πρόσεχε» είπε ο Μόρτεν και έδειξε μερικές ρίζες δέντρων που έβγαιναν πάνω από το έδαφος.
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=