Άγγελος θανάτου
Φιελμπάκα 1908 Έ φτασαν νωρίς το πρωί. Η μητέρα είχε ήδη σηκωθεί με τα μικρά, ενώ η Ντάγκμαρ παρέμεινε στο κρεβάτι να χουζου- ρεύει στη ζεστασιά του παπλώματος. Υπήρχε διαφορά να είσαι το πραγματικό παιδί της μητέρας και όχι ένα από τα μπάσταρδα που φρόντιζε. Η Ντάγκμαρ ήταν ιδιαίτερη. «Τι συμβαίνει;» φώναξε ο πατέρας από μέσα από το καμαράκι. Τόσο αυτός όσο και η Ντάγκμαρ είχαν ξυπνήσει από τα επίμονα χτυπήματα στην πόρτα. «Ανοίξτε! Αστυνομία!» Προφανώς δεν υπήρχε άλλη υπομονή, αφού η πόρτα άνοι- ξε διάπλατα και ένας άντρας με αστυνομική στολή όρμησε μέσα στο σπίτι. Η Ντάγκμαρ ανακάθισε κατατρομαγμένη στο κρεβάτι και προσπάθησε να καλύψει το κορμί της με το πάπλωμα. «Αστυνομία;» Ο πατέρας εμφανίστηκε στην κουζίνα κου- μπώνοντας στα τυφλά το παντελόνι. Το στέρνο του ήταν κοίλο με αραιές γκρίζες τρίχες. «Να φορέσω ένα λεπτό το πουκάμισό μου, και θα τα λύσουμε όλα. Μάλλον κάποια παρεξήγηση έγινε. Εδώ μένουν μόνο έντιμοι άνθρωποι». «Δεν μένει εδώ η Χέλγκα Σβένσον;» έκανε ο αστυνομικός. Πίσω του στέκονταν άλλοι δύο άντρες. Στέκονταν ο ένας στριμωχτά δίπλα στον άλλο, καθώς η κουζίνα ήταν στενή και γεμάτη κρεβάτια. Προς το παρόν είχαν πέντε μικρά στο σπίτι. «Με λένε Άλμπερτ Σβένσον και η Χέλγκα είναι η γυναίκα μου» είπε ο πατέρας.
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=