Άγγελος θανάτου

18 C A M I L L A L A C K B E R G «Την έσβησα τη φωτιά» είπε εκείνος. «Αλλά δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ μέσα». Έκανε μια κίνηση να τη σηκώσει, αλλά εκείνη αντιστάθηκε. Μόλις της είχε αφαιρέσει τη μοναδική ευκαιρία για ηρεμία που είχε εδώ και καιρό κι εκείνη γρονθοκοπούσε τώρα, έξαλλη, το στήθος του. Ήταν τόσο υπέροχο που έδινε διέξοδο στον θυμό και στην απογοήτευσή της, και χτυπούσε όσο πιο δυνατά μπο- ρούσε, μέχρι που εκείνος την έπιασε από τους καρπούς. Κρα- τώντας τη σφιχτά, την έφερε πιο κοντά του. Πίεσε δυνατά το πρόσωπό της πάνω στο στήθος του, την κράτησε σφιχτά πάνω του. Έπειτα εκείνη αφέθηκε να τη σηκώσει. Τη σήκωσε και την κουβάλησε έξω, κι όταν ο κρύος νυχτερινός αέρας γέμισε τα πνευμόνια της, εκείνη παραιτήθηκε εντελώς και παραδόθηκε στο αποκάρωμα.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=