Εφημερίδα: Νέα πνοή στο έργο του Eduardo Galeano

7 Η πρώτη φορά που γνώρισα το έργο του Εδουάρδο Γκαλεάνο, δεν ήταν διαβάζοντάς το, αλλά ακούγοντάς το, μέσα από αποσπάσματα εκπομπών και αναγνώσεών του. Ταιριαστός τρόπος γνωριμίας, αν σκεφτούμε ότι ο Γκαλεάνο δεν είναι απλώς ένας συγγραφέας αλλά και αφηγητής. Η φωνή του μένει στο μυαλό, και με τη μουσική της, την προφορά της Ουρουγουάης και τις δικές του καντέντσες, καθοδηγεί την πρόσληψη των κειμένων, ακόμα κι όταν τα έχεις μπροστά σου πια, σε βιβλίο. Σε όσες και όσους γνωρίζετε ισπανικά, προτείνω να διαβάσετε δυνατά τα κείμενά του, ή, αν δεν γνωρίζετε, να ζητήσετε από έναν φίλο ισπανόφωνο να σας διαβάσει αυτός – όπως μας διαβάζει κανείς ένα παραμύθι. Σκέφτομαι τη γνωστή φράση του συγγραφέα που λέει «οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι είμαστε φτιαγμένοι από άτομα, αλλά εμένα ένα πουλάκι μου είπε ότι είμαστε φτιαγμένοι από ιστορίες». Ο Γκαλεάνο διερευνά τον άνθρωπο μέσα από την έμφαση στο στοιχειώδες – τον τοποθετεί στο «μικρό» γεγονός. Γιατί πώς αλλιώς να φτάσει κανείς στη μεγάλη εικόνα της ιστορίας, αν δεν δει ότι μέσα στην ιστορία υπάρχουν πλάσματα ζωντανά, όπως ναυαγοί που κλαίνε, εξουσιαστές άποικοι που γεύονται ένα φρούτο για πρώτη φορά, αγωνιστές που ανησυχούν, αναλφάβητοι που βρίσκουν τον δρόμο από τον Πολικό Αστέρα. Έτσι παρουσιάζει ο Γκαλεάνο την ιστορία. Μέσα από τη σύντομη αφήγηση που παρέχει την πληροφορία και που συγχρόνως λειτουργεί παραμυθητικά. Με αυτό τον τρόπο, ο συγγραφέας προδιαθέτει τον αναγνώστη να αναπτύξει το αίσθημα της συμπάθειας («πάσχω μαζί»), να δει το ανθρώπινο πέρα από όποιες διαφορές και εντέλει να πάρει θέση. Κι εκεί, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται και η ουσία της πολιτικής του στάσης. Τέλος, για να μετριάσω το αμετάκλητο του θανάτου του, θα ήθελα να μας φέρω τον Εδουάρδο εδώ, στην Αθήνα ˙ τον σκέφτομαι να παθιάζεται σε κρίσιμες μέρες πολιτικών γεγονότων και να γράφει δυνατά πολιτικά κείμενα. Ο Γκαλεάνο βέβαια δεν αρκείται στις επίκαιρες καταγραφές, αλλά νοιάζεται βαθιά για τους τόπους και την ιστορία τους, η οποία αποκαλύπτει και την ψυχή τους. Μαθαίνει λοιπόν σε μια στιγμή για τον Ιλισό, τον Ηριδανό, για όλα τα θαμμένα ποτάμια της Αθήνας, για το πώς περνάνε τα νερά κάτω από την άσφαλτο, πώς εξηγούνται τα πλατάνια στο Σύνταγμα. Και κάτι τέτοιο τον φαντάζομαι να λέει με τη μοναδική φωνή του: Πώς μπόρεσαν οι Έλληνες να καλύψουν τα ποτάμια και να κρύψουν το νερό;… Όμως ο Εθνικός Κήπος, ο πιο πραγματικός –και ο πιο βασιλικός– από τους κήπους της Αθήνας, ξέρει πολύ καλά πως μια βροχή στον Υμηττό του δίνει να πιει. Χρήστος Σιορίκης, μεταφραστής * Το παραπάνω κείμενο αποτελεί εκδοχή του κειμένου που γράφτηκε για την καταληκτήρια εκδήλωση «Ο δικός μου Γκαλεάνο» του 7ου Φεστιβάλ Ιβηροαμερικάνικης Λογοτεχνίας της Αθήνας (ΛΕΑ) στις 20 Ιουνίου 2015 και δημοσιεύτηκε στη συνέχεια στο The Books’ Journal. Γκαλεάνο: Ιστορία και φωνή

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=