Αιχμές - Τεύχος #5
ΊΡΙΣ ΤΖΑΧΊΛΗ Μια γερμανική συλλογή γραμμα- τοσήμων Δ υσκολεύομαι ναμι λήσωγια τον λόγο συγγραφής αυτού του βιβλίου γιατί δεν δημιουργήθηκε και δεν εξελίχθηκε σταδιακά, δεν ωρίμασε. Αν είχε ωριμάσει δεν θα είχε γραφτεί. Είναι σαν παρόρμηση στιγμής και στον νου μου έρχεται μόνο η στιγμή που η ιστορία ήρθε και στάθηκε μπροστά μου με τη δύναμη των λέξεων, σαν το πουλάκι που χτυπά με φόρα στο τζάμι γιατί δεν το βλέπει. Αν προ- σπαθήσω να θυμηθώ την αρχή του επικεντρώνομαι σε ένα Σαββατοκύριακο του Οκτωβρίου 2018 που αποφάσισα να ψάξω στα χαρτιά της μητέρας μου Δήμη- τρας Αγγελίδου, για να δω τι μπορώ να αποχωριστώ ή τι να τακτοποιήσω. Είχαν πια περάσει πάνω από 10 χρόνια από τον θάνατό της. Έτσι βρήκα το άλ- μπουμ με τη μισοξεχασμένη συλλογή γραμματοσήμων, όλων γερμανικών, που εκ- δόθηκαν από το 1936 έως το 1941. Παράλλη- λα ανέσυρα μία επίσης μισοξεχασμένη φράση της Δήμητρας για το πώς βρέθηκε η συλλογή εκεί, πώς βρέθηκε στα χέρια της. Της την έδωσε, λέει, ένας Γερμανός αξιωματικός που έζησε για λίγο διάστημα στο γειτο- νικό της επιταγμένο σπίτι. Ακολούθησε ένα κενό. Απορία μεγάλη, έκπληξη, κυρίως με τον εαυτό μου… Μα τι είναι αυτή η ιστορία, πώς δεν την πρόσεξα τό- σον καιρό; Και μάλλον γρήγορα, ήρθεκαι εγκαταστάθηκεστουςσυ- νειρμούς και το εσωτερικό βλέμμα μία υπόκωφη αναστάτωση, μία έξαψη, γιατί δεν βρίσκω καλύτε- ρη λέξη. Τι ήταν αυτό, η συλλογή που αλλάζει χέρια και προϋπο- θέτει συνάντηση ή τρίτα πρό- σωπα, ανάμεσα σε δύο τόσο αλλότριους και αλλότροπους ανθρώπους, με τόσες απαγο- ρεύσεις και εχθρικά αισθήμα- τα, τι είδους μυθολογία ανά- μεσα σε τόσο μικρά και απτά αντικείμενα όπως τα γραμ- ματόσημα; Όχι ότι πέρασα κατευθείαν σε συγγραφή, εννοώ στον υπολογιστή. Ρώτησα, διάβα- σα, αμφέβαλα, συμπέρανα. Η πραγματική συγγραφή ξε κίνησε όταν άρχισα να ανα- ρωτιέμαι βάζοντας φράσεις, λέξεις και διατυπώνοντας όρια στην έρευνα. Η έρευνα, από την άλλη, δεν ήταν η συ- στηματική ενασχόληση που υπονοεί η λέξη. Ήταν κάτι σαν κατά- σταση, που επέτρεπε να αφήνω χρόνο για την αίγλη της έκπλη- ξης, κυρίως για την αναμονή της. Δεν εντοπίζω τη συ γκεκριμένη στιγμή που αποφάσισα να τα κάνω όλα αυτά βιβλίο. Έψαχνα και έγραφα, δεν ξέρω τι ήταν πρώτο και τι δεύτε- ρο, τι έγινε πρώτα και τι ύστερα. Και αν το έκανα βι- βλίο χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, ήταν για να δώσω ύπαρξη στην ιστορία. Για να υπάρξει μία ιστορία πρέπει κάποιος να τη διηγηθεί, και ένα βιβλίο προ- σφέρει αντοχή και χρόνο. ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΨΑΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ; ΚΑΛΉ ΔΟΞΙΆΔΗ Ηκληρονομιά Έ χουν περάσει είκοσι επτά χρόνια από τότε που η Ανθή Βελισσάρη, κορίτσι 14 ετών, εγκατέλειψε την αγαπημένη της Κέρκυρα ύστερα από ένα τραυ- ματικό γεγονός, έναν βίαιο θάνατο, που τη σημάδεψε για πάντα. Ο αγαπημένος της πατέρας που την είχε μεγαλώσει έχει πεθάνει, αφήνοντάς της κληρονομιά-έκπληξητοσπίτι στα βράχια, τον «τόπο του δράματος», που πίστευε ότι είχε χαθεί απ’ τη ζωή της από πολύ νωρίτερα. Είναι Μάρτιος του 1976 όταν, ως πετυχημένη πια επαγγελματίας στο εξωτερικό, επιστρέφει αναγκαστικά για να πουλήσει το σπίτι. Είναι ένα βροχερόκαι κρύοπρωινόκαι σκοπεύει ναγυρίσει στην Αθήνα αυθημερόν, πιστεύοντας ότι τίποτα πια δεν τη δένει με αυτό το μέρος και ότι κόβο- ντας τον τυπικό πια δεσμό της ιδιοκτησίας, θα απελευθερωθεί τελειωτικά από το παρελθόν. Στέκεται τουρτουρίζονταςστηβροχήέξωαπ’ τη σκουριασμένη καγκελόπορτα. Έχει βρει το σπίτι εγκαταλελειμμένο και σχεδόν απρόσιτο, αποκλει- σμένο από αφύσικα πυκνή βλάστηση που την εμποδίζει να πλησιάσει. Είναι κλεισμένη απέξω, κι αυτό την κάνει ναπεισμώσει. Σιγάμη τηςφράξουν μερικάαγκάθιατην είσοδοστοσπίτι της! Μαθαίνει ότι κάποιος ανώνυμος από το εξωτε- ρικό ζητάει επίμονα να το αγοράσει, πράγμα που τη θυμώνει ακόμα περισσότερο. Ενώ σκόπευε να επιστρέψει στην Αθήνα αυθημερόν, αποφασίζει να μείνει, τουλάχιστον ώσπου να δει το σπίτι. Τελικά μένει για τέσσερις μέρες. Μέσα σε αυτό το διάστημα συναντά πρόσωπα από το παρελ- θόν που είναι άγνωστα ή αγνώριστα και πάντως γνωστά ή και αναπάντεχα αγαπητά, βρίσκει απαντήσεις σε ερωτήματα που την έχουν βασα- νίσει από παιδί. Παραβιάζει τον αγκάθινο φραγ- μό και περνά μια ατέλειωτη επεισοδιακή νύχτα στο σπίτι της, ενώ έξω μαίνεται καταιγίδα. Και κυρίως αναγνωρίζει την αμείωτη θαλπωρή του νησιού και ιδιαίτερα του ερειπωμένου πια σπι- τιού και καταλαβαίνει ότι γύρισε εκεί όπου ανή- κει, και ότι το παρελθόν είναι οικογένεια. ΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΑΠΑΝΤΟΥΝ
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=