Αιχμές - Τεύχος #4

Κ αι πρώτα η ανατροπή και η συνεχής προσπάθεια συμβιβασμού φαινομε- νικά ασυμβίβαστων πραγμάτων. Πά- λευα με το κείμενο και με τον χρόνο, με τα σχολεία των παιδιών κλειστά και την πανδημία να ανατρέπει όλα όσα ήξερα ως τότε για τη ζωή μας, ενώ στο βιβλίο και στην οθόνητουυπολογιστήμουηΣιμόνντεΜποβουάρ πάλευε να ανατρέψει ό,τι οι γύρω της θεωρού- σαν αυτονόητο για τη μετέπειτα εξέλιξη της ζωής της, να συμβιβάσει την επιθυμία της για το είναι με την ανάγκη της να υπηρετήσει το φαίνε- σθαι , και να βάλει σε λέξεις και σε χαρτί όλα όσα μάθαινε στη διαδικασίααυτή για την ανθρώπινη φύση, το φύλο της, τον εαυτό της. Και τότε, στα μισά του βιβλίου, πάνω που πί- στευα πως είχα αρχίσει να καταλαβαίνω αυτή την πολυεπίπεδη προσωπικότητα που δεν στα- μάτησε ούτε στιγμή να εξελίσσεται στον χρόνο, τη σύνθετη σχέση της με τον Ζαν-Πολ Σαρτρ και τη βασική πηγή απ’ όπου αναδύονταν οι βασικοί προβληματισμοί του έργουτης, πάνωπουήμουν έτοιμηλοιπόν ναμπωστοδεύτερομισό της ζωής της, έχοντας κατανοήσει τις βάσεις της, έχασα ολόκληρη τημετάφραση, ό,τι είχα κάνει ως τότε. Και αναγκάστηκα να την ξαναγνωρίσω. Η ΓΝΩΡΙΜΊΑ ΚΑΙ Η ΕΞΟΙΚΕΊΩΣΗ ΜΕ ΜΙΑ ΜΠΟΒΟΥΆΡ ΠΟΥ ΑΜΦΈΒΑΛΛΕ, ΠΟΥ ΠΊΣΤΕΥΕ, ΠΟΥ ΑΝΑΡΩΤΙΌΤΑΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΣΠΟΙΟΎΝΤΑΝ, ΠΟΥ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΌΤΑΝ, ΠΟΥ ΑΠΙΣΤΟΎΣΕ ΚΑΙ ΈΜΕΝΕ ΠΙΣΤΉ, ΠΟΥ ΥΠΟΒΆΘΜΙΖΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΤΥΠΊΑ ΤΗΣ ΊΔΙΑΣ ΤΗΣ ΣΚΈΨΗΣ ΤΗΣ, ΠΟΥ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΌΤΑΝ ΓΙΑ ΜΙΑ ΖΩΉ ΜΙΑ ΣΧΈΣΗ ΙΣΌΤΗΤΑΣ, ΑΝΙΣΌΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΣΜΟΎ ΜΠΟΡΕΊ ΝΑ ΓΊΝΟΥΝ ΜΙΑ ΕΠΏΔΥΝΗ ΌΣΟ ΚΑΙ ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΙΚΉ ΕΜΠΕΙΡΊΑ. Η μετάφραση ενός βιβλίου σπάνια είναι εύκολη υπόθεση. Κάθε βιβλίο είναι δύσκολο με διαφορετικό τρόπο – συχνά με τρόπο που σχετίζεται πολύ στενά με τα μεγάλα θέματα που θίγει. Το Πώς η Σιμόν έγινε η Μποβουάρ: Μια ολόκληρη ζωή ήταν ένα από τα πιο δύσκολα που έχω μεταφράσει. Και τώρα, μήνες αφού το ολοκλήρωσα, βλέπω καθαρά σε ποιο βαθμό τα εμπόδια που έβαλε (ή φαντάστηκα πως έβαλε) στον δρόμο μου καθρεφτίζουν τα μεγάλα ζητήματα που άνοιξε –πρωτίστως ως αναγνώστρια– στον νου μου. ΤΗΣ ΣΤΈΛΛΑΣ ΚΆΣΔΑΓΛΗ Η δεύτερη αυτή βουτιά στο κείμενο θύμιζε πολύ τη σκληρή δουλειά που χρειάζεται να κά- νουμε όταν ξεθυμαίνει ο πρώτος ενθουσιασμός της γνωριμίας μας με μια δύσκολη έννοια, μιαπο- λύπλοκη επιστήμη, μια απαιτητική δουλειά, και μπαίνουμε στη λεγόμενη «δεύτερη μέρα»: στο σημείο εκείνο του ταξιδιού όπου δεν έχουμε τη φρεσκάδα της αρχής να μας συντηρεί ούτε μπο- ρούμε ακόμα να διακρίνουμε με ανακούφιση την άλλη άκρη του τούνελ. Αυτή η βουτιά ήταν που μου έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσωξανά τηΣιμόν που πίστευαπως μόλις είχααποκωδικοποιήσει. Πώς θα συμφιλίωνα τώρα τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες της με την αξιοθαύμαστη μορφή που φανταζόμουν, το προηγούμενο καλοκαίρι, πίσω από κάθε σελίδα του εμβληματικού Δεύτε- ρουφύλου ; Πώς θακατάφερνανασυνθέσωμέσα μου την ολοκληρωμένη εικόνα μιας πραγματι- κής γυναίκας που από τη μία είχε γράψει ένα μα- νιφέστο πρωτότυπης σκέψης, έρευνας και προ- βληματισμού και από την άλλη έζησε μεγάλα κομμάτια της δικής της ζωής χωρίς ναμπορεί στ’ αλήθεια να δει αυτό που βρισκόταν μπροστά της; Στην ανάγνωση, στη μετάφραση και στη ζωή μας, πώς συγκεράζουμε τις προσδοκίες μας από τις μεγάλες μορφές με την πραγματικότη- τα της ανθρώπινης ατέλειάς τους;

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=