Υφάντρα

12 ΜΑΡΙΑ ΞΥΛΟΥΡΗ σπάστηκαν, η Μπιάνκα το πρόσεξε και συνοφρυώθηκε– δεν ήταν απαραιτήτως λιγότερο επαρκείς από τους δικούς της. Αλλά δεν ήταν οι δικοί της τρόποι, και άρα δεν ήταν και οι τρόποι της Μπιάνκας. Η Μπιάνκα κρέμασε και πάλι τα κλειδιά στη ζώνη της και πήγε να μιλήσει. Έκλεισε όμως το στόμα της πριν καλά καλά το ανοίξει: συνέβαινε συχνά κι αυτό.Την παρακαλούσαν να έρθει κι όταν, τελικά, εμφανιζόταν, ανακάλυπταν ότι είχαν εξαντλήσει κάθε λέξη και κάθε ικεσία. Ήταν και μερικές που τότε μόνο συνειδητοποιούσαν τι ακριβώς είχαν κάνει, σε ποιαν ακριβώς είχαν ανοίξει την πόρτα: η δική τους σιωπή ήταν γεμάτη τρόμο, καθώς αντιλαμβάνονταν, αίφνης, ότι δεν ήταν προετοιμασμένες για το τίμημα, που ως τότε –μέχρι την άφιξή της– ήταν εξίσου θεωρητικό κι αμφισβητήσιμο με την ύπαρξή της. Τα μάτια της Μπιάνκας γυάλιζαν στο μισοσκόταδο του σπιτιού· ίσως να είχε δακρύσει. «Λοιπόν;» τη ρώτησε «πώς είναι η κυρία σου;» Σαν να υπήρχε περίπτωση στο μεταξύ η κυρία της να είχε αναρρώσει ή πεθάνει, χωρίς η ίδια να το ξέρει.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=