ΥΦΑΝΤΡΑ 11 από την αρμαθιά που είχε κρεμασμένη στη ζώνη της και άνοιξε την πόρτα· στο τρίξιμό της, η Επισκέπτρια γύρισε να κοιτάξει κατά τον τσαλαπετεινό και τον είδε να απογειώνεται. Το σπίτι ήταν σκοτεινό, δροσερό · η Μπιάνκα της έκανε νόημα να καθίσει σ’ έναν καναπέ· η ίδια έμεινε όρθια να παίζει τα κλειδιά στα δάχτυλα του δεξιού χεριού. Η Επισκέπτρια έμεινε για λίγο να παρατηρεί αυτό το χέρι: χέρι γυναίκας κουρασμένης, όπως περίμενε· χέρι γυναίκας που κανείς δεν θα περνούσε για κυρία της έπαυλης, κι ας ήξερε κάθε της γωνιά καλύτερα από την κυρία της έπαυλης, κι ας αγαπούσε την έπαυλη και τον κύριό της βαθύτερα από την κυρία της έπαυλης. Τα χέρια των περισσότερων γυναικών που την παρακαλούσαν να έρθει ήταν έτσι. Δάχτυλα που γραπώνονταν από το παραμικρό γιατί είχαν ελάχιστα πράγματα δικά τους· νύχια σπασμένα και λερωμένα από τον αγώνα της κάθε μέρας. Εκείνες με τα περιποιημένα δάχτυλα είχαν άλλους τρόπους να προσπαθούν να επιβάλλουν το θέλημά τους –είχαν την πολυτέλεια, συχνά, να επιβάλλουν πράγματι το θέλημά τους– κι οι τρόποι αυτοί, αναγκάστηκε για άλλη μια φορά να παραδεχτεί –τα χείλη της συ-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=