Τριλογία της Κούβας

BΡΟΜΙΚΗ ΣΑΡΚΑ 33 Συμβούλιο Εκπαίδευσης και θα δούμε τι μπορώ να κάνω για σας. Μπορείτε να υπολογίζετε στην υποστήριξή μου. Είναι δύσκολο. Αλλά θα δούμε». Έκαναν την αίτηση. Την υπέβαλαν. Και βαρέθηκαν να περιμένουν μια απάντηση. Είτε θετική είτε αρνητική. Έναν χρόνο αργότερα, ήρ­ θε τελικά η επιθεωρήτρια με τον διορισμό της Λουθία Ραμίρεθ Ατσάγα ως καθηγήτριας μουσικής στο 93ο Δημόσιο Νηπιαγωγείο της συνοι­ κίας Πουέμπλο Νουέβο στο Ματάνσας. Περιέργως, δεν ζήτησαν πο­ τέ κανέναν τίτλο σπουδών μουσικής ούτε τίποτα παρόμοιο. Κατά τα φαινόμενα, η γνώμη της επιθεωρήτριας ήταν αρκετή. Όλο αυτό το διάστημα, η Λουθία είχε ξεχάσει την αίτηση. Καθη­ μερινά πήγαινε να δουλέψει με τα παιδιά. Το μεσημέρι. Τα συνόδευε στο πιάνο για μία ώρα. Το διασκέδαζε. Κι έπειτα γύριζε στο σπίτι της. Κάθε μέρα το ίδιο. Από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή. Ήταν κάπως βαρετό. Αλλά στο σπίτι θα ήταν χειρότερα, δεν θα είχε τίποτα να κάνει. Η βαρεμάρα εκλαμβανόταν ως κομμάτι της ζωής. Ήταν φυσιολογικό να βαριέσαι. Κι ήταν επίσης φυσιολογικό η ζωή να επαναλαμβάνεται. Οι αλλαγές μπορούσαν να τρελάνουν τον κόσμο. Επιπλέον, η συνοικία ήταν πολύ ήρεμη και ήσυχη. Ζούσε ο καθένας στο σπίτι του, δεν υπήρ­ χαν γείτονες περίεργοι ή κουτσομπόληδες ή ταραξίες. Ούτε εμπορικά καταστήματα υπήρχαν, μόνο κάποιοι πλανόδιοι πωλητές περνούσαν κάθε πρωί από τον δρόμο: ο καρβουνιάρης, ο παγοπώλης, ένας άλλος με ψωμί και μπισκότα, ένας ανθοπώλης και δυο γαλατάδες, κι ένας με καρότσι που πουλούσε λαχανικά και φρούτα. Τα απογεύματαπερνούσαν κάποιοι ζαχαροπλάστες, ένας που πουλούσε ταμάλες, μεξικάνικες γε­ μιστές πίτες τυλιγμένες σε φύλλα μπανάνας και βρασμένες στον ατμό, και δυο τρεις που πουλούσαν φιστίκια και καλαμποκόψωμο. Οι πωλητές αυτοί που διαλαλούσαν το εμπόρευμά τους και τα δύο ρομάντζα στο ραδιόφωνο ήταν οι μοναδικοί θόρυβοι που αντιλαμβανόταν η Λουθία στη διάρκεια της μέρας, πέρα από μία ώρα που αφιέρωνε στη μελέτη των παιδικών τραγουδιών στο πιάνο. Επομένως, της έκανε καλό να βγαίνει και να περνά μια δυο ώρες τη μέρα στο νηπιαγωγείο. Πέραν του ότι κέρδιζε έναν μικρό μισθό, τον οποίο έβαζε στην άκρη σχεδόν άθικτο.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=