Τραπέζι για δύο

25 ΛΟΝΔΙΝΟ «Δεν με νοιάζει αν μου δώσεις διακόσιες λίρες και μου βάλεις χέρι, Τρέβορ· τελείωσες». Σπρώχνω τα τσαλακωμένα χαρτονομίσματα πίσω στην μπάρα χαμογελώντας γλυκά. «Πήγαινε σπίτι. Ασχολήσου με τον εαυτό σου. Έχεις χάλια προσωπικότητα, και δεν έχει καν πλάκα». Στο τέλος ο Τρέβορ υποχωρεί και αφήνει να τον σύρουν έξω από την παμπ δύο οπαδοί της Γουέστ Χαμ, ενώ ο κόσμος ζητωκραυγάζει για άλλο ένα γκολ χαζεύοντας ψηλά την οθόνη. Ένας οπαδός των Σπερς που τον ενοχλούσε υψώνει με ευγνωμοσύνη την μπίρα του. Κουνάω το κεφάλι και ρίχνω την πετσέτα στον ώμο, πριν σκύψω για να αποσυνδέσω το άδειο βαρέλι. «Πάντα ο Τρέβορ» στενάζει ένας μπάρμαν. «Τελείως καθοίκι». Ρουθουνίζω. «Κάθε μπαρ έχει κι από ένα». Ο μπάρμαν μού κλείνει συνωμοτικά το μάτι, για να γυρίσει αμέσως έκπληκτος να με κοιτάξει πάλι. «Για μισό. Ποια είσαι εσύ;» «Είμαι…» Καταφέρνω επιτέλους να βγάλω το βαρέλι και να το σύρω μουγκρίζοντας. «…το Θίο». «Και πότε σε προσέλαβε, δηλαδή;» «Α, με άφησε να περάσω πίσω από την μπάρα επειδή ξέρω να αλλάζω βαρέλι». Δείχνω με το πιγούνι τον ιδρω-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=