CASEY McQUISTON 16 γυαλίζουν λαδωμένα όσο παίζει το «I Got You Babe», ώσπου το χέρι μου αγγίζει φευγαλέα τη σμιλεμένη μέση του. Πιάνω τις άκρες των γυαλιστερών συνθετικών μαλλιών ανάμεσα στον αντίχειρα και το δάχτυλο, τον αγγίζω δίχως να τον αγγίζω. Εκείνος απλώνει το χέρι και μου ξεκολλάει το μουστάκι. «Κι αν το δοκιμάζαμε;» ρωτάει σιγανά. «Μια φορά μόνο, να δούμε πώς θα ήταν;» Κι ύστερα είμαι στο κρεβάτι του καλύτερού μου φίλου και τον φιλάω μέχρι ζάλης. Έτσι, για να δω πώς είναι. Μέσα μου βαθιά ξέρω πως αυτό θα με αλλάξει για πάντα. Ίσως είναι λάθος, ίσως είναι τελείως αρρωστημένο να τον αφήσω να κάνει κάτι τέτοιο, αφού ξέρω πώς νιώθω και πώς δεν νιώθει, αλλά είναι ο Κιτ. Ο Κιτ τρελαίνεται να κάνει τους άλλους να νιώθουν καλά, κι όταν το πρόσωπό του χάνεται ανάμεσα στα πόδια μου, νιώθω καλά. Νιώθω τόσο καλά, που είναι φριχτό. Εκείνος θα γελάει αύριο με αυτό, κι εγώ κάθε φορά που θα πλαγιάζω με άλλους θα τους βάζω να μονομαχούν με το φάντασμά του. Το πρωί η κουζίνα μυρίζει μαγιά, κανέλα και βούτυρο, κι ο Κιτ είναι στον νεροχύτη και πλένει τα πιάτα. Φοράει την ποδιά που του αγόρασα όταν κάναμε ολόκληρη εκδρομή ως το Σάντα Μαρία Βάλεϊ για να δούμε αν όντως άξιζε τον ντόρο το μπάρμπεκιου εκεί. Πάνω γράφει Ο ΤΥΠΟΣ ΤΟ ΤΡΙΒΕΙ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ. Στο τραπέζι περιμένουν δύο πιάτα με αχνιστή χρυσοκάστανη ζύμη που στάζει γλάσο. Ο Κιτ φτιάχνει κάθε Σαβ-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=