Τραπέζι για δύο

CASEY McQUISTON 14 ρεσε να σβήσει την αίσθηση του δέρματός του από τα ακροδάχτυλά μου. Αργότερα, καθώς τρώμε την πίτσα που παραγγείλαμε στο τραπέζι του σαλονιού, ο Κιτ αποφασίζει πως ήρθε επιτέλους η ώρα να μιλήσουμε. Δεν αναφερθήκαμε ποτέ σε αυτό, από τότε που επέστρεψε στην Καλιφόρνια για το κολέγιο και γίναμε ο ένας η προέκταση του άλλου σαν να μην είχαμε χωριστεί ποτέ, δυο καρδιές που χτυπούν στον ίδιο σταθερό ρυθμό. Θίοκαι-Κιτ, Θίο-και-Κιτ, Θίο-και-Κιτ. Ήταν τόσο εύκολο να τον ξαναβρούμε – ποτέ δεν αναφερθήκαμε στο πού ή το γιατί είχε χαθεί. Ο Κιτ με κοιτάζει πάνω από τη γεμιστή με έξτρα χαλαπένιος κρούστα της πίτσας και ρωτά: «Γιατί δεν θέλησες να πας ποτέ στην πόλη της Οκλαχόμα;». Γιατί είναι η πόλη της Οκλαχόμα, παραλίγο να του πω. Αυτό που είχε σημασία όμως δεν ήταν ποτέ το μέρος· ήταν η υπόσχεση. Όταν ήμασταν δεκατεσσάρων, έναν χρόνο μετά τον θάνατο της μητέρας του Κιτ, ο πατέρας του αποφάσισε να μετακομίσουν όλοι μαζί στη Νέα Υόρκη. Ο Κιτ κι εγώ βγάλαμε έναν χάρτη και βρήκαμε το σημείο, που βρισκόταν στη μέση ανάμεσα στο Ράντσο Μιράζ και το Μπρούκλιν. Η πόλη της Οκλαχόμα. Υποσχεθήκαμε να συναντιόμαστε εκεί κάθε καλοκαίρι, πάντα έβρισκα όμως δικαιολογίες να μην πάω, και δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα καλές. Τα καστανά του μάτια λάμπουν τόσο πολύ στο φως της λάμπας, πλαισιωμένα από την ηλίθια περούκα της Σερ, που του λέω την αλήθεια – σχεδόν: Όταν έφυγε, συνειδη-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=