Το βιβλιοπωλείο με τις μαύρες γάτες

PIERGIORGIO PULIXI 18 τη μαύρη μπαλακλάβα του. Δίπλα του, μια ψηφιακή βιντεοκάμερα πάνω σε ένα τρίποδο τον κοιτούσε επίμονα. Το γυάλινο μάτι της ήταν στραμμένο προς το μικρό αγόρι και την οικογένειά του. Το κόκκινο φως που αναβόσβηνε υποδήλωνε ότι η κάμερα ήταν ανοιχτή και κατέγραφε. Ο άντρας κρατούσε ένα πιστόλι με μακριά κάννη, που το έφερε στα χείλη του, δίνοντάς του εντολή να μη μιλάει. Με το άλλο του χέρι χάιδευε το κεφαλάκι του Χέντριξ, που στέναζε καταχαρούμενος, αφήνοντας τα σάλια του στα πλακάκια. Το αγόρι ένιωσε μια αιχμή ζήλιας στο θέαμα της οικειότητας των δυο τους. Σήκωσε το κεφάλι του που ήταν ακουμπισμένο στο πάτωμα, και κοίταξε τους γονείς του: κι εκείνων τα χέρια ήταν δεμένα πίσω στην πλάτη. Ο εισβολέας τούς είχε φιμώσει. Το αγόρι προσπάθησε να ξυπνήσει τον πατέρα του, σκουντώντας τον με το πόδι. Ο Νικόλα τινάχτηκε ολόκληρος και γούρλωσε τα μάτια του. Βλέποντας το όπλο με τον σιγαστήρα στο χέρι του αγνώστου, προσπάθησε να προστατέψει τον γιο του με το σώμα του, μπαίνοντας ανάμεσα σ’ εκείνον και τον εισβολέα. Το πανί που τον εμπόδιζε να μιλήσει έπνιγε τα βογκητά του. Μονάχα εκείνη τη στιγμή πρόσεξε την ξύλινη κλεψύδρα ακουμπισμένη στο πάτωμα, σε μικρή απόσταση. Όταν συνήλθε και η Λουτσία, κουλουριάζοντας το σώμα της γύρω από το κορμάκι του αγοριού, ο άγνωστος μίλησε, απευθυνόμενος μόνο στον άντρα. «Ξέρω, Νικόλα, ότι αυτό που πρόκειται να σου ζητήσω είναι πολύ δύσκολο. Είναι, όμως, απαραίτητο να διατηρή-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=